|
Οι
24, οι 72 και οι 120
δόσεις
Ιδιαίτερη πίεση
αντιμετωπίζουν όσοι
έχουν δημιουργήσει νέες
οφειλές από την 1η
Ιανουαρίου 2025 και
μετά, καθώς τα
συγκεκριμένα χρέη δεν
καλύπτονται από τις
ρυθμίσεις των 72 και των
120 δόσεων. Για την
εξόφλησή τους παραμένει
διαθέσιμη η πάγια
ρύθμιση.
Το πλαίσιο διαμορφώνεται
ως εξής:
|
Ρύθμιση
|
Ποιες οφειλές
αφορά
|
Βασικά
χαρακτηριστικά
|
|
Έως 24 δόσεις
|
Οφειλές
ανεξαρτήτως
ημερομηνίας
βεβαίωσης
|
Πάγια ρύθμιση
|
|
Έως 72 δόσεις
|
Χρέη που
δημιουργήθηκαν
έως τις 31
Δεκεμβρίου 2023
|
Για τις νεότερες
οφειλές
απαιτείται
ένταξη στην
πάγια ρύθμιση
|
|
Έως 120 δόσεις
|
Οφειλές που
βεβαιώθηκαν έως
τις 31
Δεκεμβρίου 2024
|
Προβλέπεται νέα
ρύθμιση, με την
ενεργοποίησή της
να εξαρτάται από
τη σχετική
νομοθετική
διαδικασία
|
Για τη ρύθμιση των 72
δόσεων, η προθεσμία
υποβολής αιτήσεων
αναφέρεται ότι λήγει
στις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Για τη νέα ρύθμιση των
120 δόσεων προβλέπεται
προθεσμία έως τις 30
Ιουνίου 2026, σύμφωνα με
τον σχεδιασμό που
περιγράφεται στο σχετικό
πλαίσιο.
Μέχρι την ενεργοποίηση
της νέας ρύθμισης, οι
φορολογούμενοι με
παλαιότερα χρέη
καλούνται να
αξιοποιήσουν τις
διαθέσιμες επιλογές,
ώστε να περιορίσουν τον
κίνδυνο αναγκαστικών
μέτρων. Εφόσον τεθεί σε
ισχύ η ρύθμιση των 120
δόσεων, προβλέπεται η
δυνατότητα μετάβασης σε
αυτήν για όσους πληρούν
τις σχετικές
προϋποθέσεις.
Η
εφορία συνεχίζει τις
κατασχέσεις
Η αναμονή για την
ενεργοποίηση νέων
ρυθμίσεων δεν αναστέλλει
αυτομάτως τα μέτρα
αναγκαστικής είσπραξης.
Η ΑΑΔΕ συνεχίζει
κανονικά τις διαδικασίες
κατάσχεσης, ενώ η
τακτοποίηση των οφειλών
μπορεί να οδηγήσει στην
άρση των δεσμεύσεων,
σύμφωνα με τους
ισχύοντες κανόνες.
Το ζήτημα είναι
ιδιαίτερα κρίσιμο για
όσους έχουν νέες
ληξιπρόθεσμες οφειλές
από το 2025 και μετά. Τα
συγκεκριμένα χρέη
μπορούν να υπαχθούν στην
πάγια ρύθμιση, η οποία
πρέπει να αξιοποιείται
και όταν συνυπάρχουν
παλαιότερες οφειλές που
πρόκειται να ενταχθούν
σε ευνοϊκότερο καθεστώς
δόσεων.
Για τους φορολογουμένους
με ληξιπρόθεσμα χρέη, η
έγκαιρη ρύθμιση αποτελεί
βασικό μέσο περιορισμού
του κινδύνου κατάσχεσης
τραπεζικών λογαριασμών ή
άλλων απαιτήσεων. Η
ένταξη σε ρύθμιση,
ωστόσο, πρέπει να
γίνεται με βάση τις
προϋποθέσεις που ισχύουν
για κάθε κατηγορία
οφειλής.
Πώς
επιλέγονται οι οφειλέτες
που μπαίνουν στο
στόχαστρο
Οι εισπρακτικές
υπηρεσίες δεν εξετάζουν
όλες τις περιπτώσεις με
την ίδια σειρά. Με βάση
τις οδηγίες της Γενικής
Διεύθυνσης Φορολογίας
και το εγχειρίδιο
λειτουργικών
διαδικασιών,
προτεραιότητα δίνεται σε
υποθέσεις που
αξιολογούνται ως
σημαντικότερες για την
είσπραξη των δημοσίων
εσόδων.
Στα κριτήρια που
λαμβάνονται υπόψη
περιλαμβάνονται:
Το συνολικό ύψος της
οφειλής.
Η
παλαιότητα των χρεών.
Η φορολογική συμπεριφορά
και η συνέπεια του
οφειλέτη.
Ο κίνδυνος παραγραφής
της απαίτησης.
Πρόσθετες πληροφορίες
που βοηθούν στην
αξιολόγηση της
οικονομικής κατάστασης
και του προφίλ του
οφειλέτη.
Οι οδηγίες απευθύνονται
στις αρμόδιες
φορολογικές υπηρεσίες,
μεταξύ των οποίων οι
ΔΟΥ, η Επιχειρησιακή
Μονάδα Είσπραξης, το
Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων
Επιχειρήσεων, το Κέντρο
Ελέγχου Φορολογουμένων
Μεγάλου Πλούτου και τα
Κέντρα Βεβαίωσης και
Είσπραξης.
Πώς
λειτουργεί η διαδικασία
των 45 λεπτών
Η διαδικασία βασίζεται
σε διαδοχικά στάδια
αναζήτησης πληροφοριών
και καταχώρισης των
στοιχείων που
απαιτούνται για την
επιβολή κατάσχεσης.
Αρχικά, οι υπηρεσίες
διαθέτουν έως 15 λεπτά
για τον εντοπισμό του
οφειλέτη. Στη συνέχεια,
προβλέπεται χρονικό
περιθώριο 30 λεπτών για
τον εντοπισμό χρηματικών
απαιτήσεων που μπορούν
να κατασχεθούν.
Συνολικά, τα επιμέρους
χρονικά όρια φθάνουν τα
45 λεπτά.
Η αναζήτηση
πραγματοποιείται μέσω
των πληροφοριακών
συστημάτων TAXIS,
του Συστήματος Μητρώου
Τραπεζικών Λογαριασμών
και Λογαριασμών
Πληρωμών, καθώς και
άλλων διαθέσιμων πηγών
πληροφόρησης.
Στο πλαίσιο αυτό, οι
υπηρεσίες αναζητούν:
Τραπεζικές καταθέσεις
και διαθέσιμα σε
λογαριασμούς.
Μισθούς και συντάξεις,
με την επιφύλαξη των
νόμιμων ορίων
προστασίας.
Εισοδήματα από ενοίκια.
Χρηματικές απαιτήσεις
έναντι τρίτων.
Άλλα ποσά που οφείλονται
στον φορολογούμενο και
μπορούν νόμιμα να
κατασχεθούν.
Μετά τον εντοπισμό των
σχετικών στοιχείων,
δημιουργείται
ηλεκτρονικό κατασχετήριο
προς την τράπεζα ή τον
τρίτο που οφείλει
χρήματα στον
φορολογούμενο. Στο
έγγραφο καταχωρίζονται
τα στοιχεία του οφειλέτη
και του τρίτου, καθώς
και οι ληξιπρόθεσμες
οφειλές που θεμελιώνουν
το μέτρο.
Ιδιαίτερη προσοχή
απαιτείται στις
περιπτώσεις
συνυποχρέωσης ή
συνυπευθυνότητας, καθώς
πρέπει να αποτυπώνεται
με ακρίβεια το ποσοστό
ευθύνης κάθε προσώπου.
Προβλέπεται, επίσης, η
δυνατότητα έκδοσης
μαζικών κατασχετηρίων
προς πιστωτικά ιδρύματα.
Τι
πρέπει να προσέξουν οι
φορολογούμενοι
Η ταχύτητα της
διαδικασίας καθιστά
σημαντικό τον έγκαιρο
έλεγχο των οφειλών και
την επιλογή της
κατάλληλης ρύθμισης πριν
κινηθούν μέτρα
αναγκαστικής είσπραξης.
Οι φορολογούμενοι που
έχουν παλαιά και νέα
χρέη χρειάζεται να
εξετάσουν ξεχωριστά το
καθεστώς που ισχύει για
κάθε κατηγορία. Η ύπαρξη
μιας ρύθμισης για
παλαιότερες οφειλές δεν
σημαίνει απαραίτητα ότι
καλύπτονται και οι
μεταγενέστερες
υποχρεώσεις.
Παράλληλα, η κατάσχεση
δεν μπορεί να υπερβαίνει
τα όρια που προβλέπει η
νομοθεσία. Ειδικά για
μισθούς, συντάξεις και
τραπεζικούς λογαριασμούς
ισχύουν συγκεκριμένες
προστατευτικές
διατάξεις, ενώ για τους
τραπεζικούς λογαριασμούς
έχει ιδιαίτερη σημασία η
δήλωση ακατάσχετου
λογαριασμού, όπου
προβλέπεται.
Το βασικό μήνυμα για
τους οφειλέτες είναι ότι
η αναμονή για μια νέα
ρύθμιση δεν αποτελεί από
μόνη της προστασία από
τα αναγκαστικά μέτρα. Η
τακτοποίηση των
ληξιπρόθεσμων
υποχρεώσεων και η τήρηση
των όρων της ρύθμισης
παραμένουν καθοριστικές
για την αποφυγή ή την
άρση των δεσμεύσεων.
|