|
Η
εξέλιξη αυτή υποδηλώνει
ότι η αγορά δεν
συρρικνώνεται, αλλά
προσαρμόζεται, δίνοντας
προτεραιότητα στην
ποιότητα, τη
λειτουργικότητα και την
ενεργειακή απόδοση, αντί
για την απλή αύξηση των
τετραγωνικών μέτρων.
Μεσαία
γραφεία: ο ξεκάθαρος
κερδισμένος
Σημαντικές
διαφοροποιήσεις
καταγράφονται στις τιμές
ανάλογα με το μέγεθος
των γραφειακών χώρων, με
το συνολικό εύρος τιμών
να φτάνει το 10,5%. Τα
γραφεία μεσαίας
επιφάνειας ξεχωρίζουν,
καθώς εμφανίζουν
υψηλότερες αποτιμήσεις
τόσο σε σύγκριση με τα
μικρότερα όσο και με τα
μεγαλύτερα ακίνητα.
Για το
2025, οι μέσες τιμές
διαμορφώνονται στα 2.372
ευρώ/τ.μ. για γραφεία
20–50 τ.μ., αυξάνονται
στα 2.557 ευρώ/τ.μ. για
επιφάνειες 51–100 τ.μ.
και παραμένουν υψηλές
στα 2.487 ευρώ/τ.μ. για
χώρους 101–150 τ.μ.
Αντίθετα, στα μεγαλύτερα
γραφεία 151–200 τ.μ.
παρατηρείται υποχώρηση,
με τις τιμές να
διαμορφώνονται στα 2.314
ευρώ/τ.μ.
Η τάση
αυτή αντανακλά την
επίδραση της
τηλεργασίας, καθώς οι
επιχειρήσεις περιορίζουν
το συνολικό αποτύπωμα
χώρου, διατηρώντας
ωστόσο επαρκείς
επιφάνειες για
συνεργασία, συναντήσεις
και φυσική παρουσία σε
επιλεγμένες ημέρες.
Premium
τιμών στα ακίνητα υψηλής
αξίας
Παρόμοια
εικόνα προκύπτει και
όταν η αγορά εξετάζεται
με βάση το συνολικό
τίμημα των γραφείων. Τα
ακίνητα μεγαλύτερης
αξίας καταγράφουν έντονα
premiums ανά τετραγωνικό
μέτρο, επιβεβαιώνοντας
τη ζήτηση για
ποιοτικούς, επενδυτικού
χαρακτήρα χώρους.
Το 2025,
οι μέσες τιμές ξεκινούν
από 1.527 ευρώ/τ.μ. για
ακίνητα έως 100.000
ευρώ, αυξάνονται στα
2.166 ευρώ/τ.μ. στην
κατηγορία
100.000–200.000 ευρώ και
φτάνουν τα 2.757
ευρώ/τ.μ. για γραφεία
αξίας 200.000–300.000
ευρώ. Στα ακίνητα
300.000–500.000 ευρώ, οι
τιμές ανέρχονται στα
3.359 ευρώ/τ.μ., ενώ
στην κορυφή της αγοράς,
τα γραφεία άνω των
500.000 ευρώ καταγράφουν
μέση τιμή 4.901
ευρώ/τ.μ., αντανακλώντας
ισχυρή ζήτηση για prime
και investment-grade
ακίνητα.
Προβάδισμα στα σύγχρονα
και ενεργειακά αποδοτικά
κτίρια
Η νέα
πραγματικότητα της
εργασίας ενισχύει
παράλληλα την προτίμηση
προς νεότερα,
τεχνολογικά
αναβαθμισμένα γραφεία με
υψηλή ενεργειακή
απόδοση. Τα ακίνητα
κατασκευής 2020–2025
εμφανίζουν τη μεγαλύτερη
μέση τιμή στην αγορά,
στα 3.728 ευρώ/τ.μ., με
σαφή απόσταση από το
παλαιότερο απόθεμα.
Αντίθετα, τα γραφεία
παλαιότερων περιόδων
κινούνται χαμηλότερα, με
τιμές από 2.299 έως
2.567 ευρώ/τ.μ. για
ακίνητα των δεκαετιών
1960–1980, ενώ σταδιακή
βελτίωση καταγράφεται
στα γραφεία 2000–2009
(2.500 ευρώ/τ.μ.) και
2010–2019 (2.872
ευρώ/τ.μ.), πριν την
απότομη άνοδο των πλέον
σύγχρονων κτιρίων.
Αττική:
έντονος διαχωρισμός
μεταξύ prime και
δευτερευουσών αγορών
Η Αττική
εξακολουθεί να
συγκεντρώνει το
μεγαλύτερο μέρος της
αγοράς γραφείων, με
ξεκάθαρη διαφοροποίηση
μεταξύ κορυφαίων και
δευτερευόντων
επιχειρηματικών
περιοχών. Στην κορυφή
βρίσκονται ο δήμος
Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης
με 4.875 ευρώ/τ.μ. και η
Γλυφάδα με 4.795
ευρώ/τ.μ., ενώ
ακολουθούν η Κηφισιά, το
Φιλοθέη–Ψυχικό και το
Μαρούσι με τιμές άνω των
3.000 ευρώ/τ.μ.
Πιο
προσιτές, αλλά σε
σταθερά υψηλά επίπεδα,
παραμένουν περιοχές όπως
η Αγία Παρασκευή και το
Παλαιό Φάληρο,
επιβεβαιώνοντας ότι τα
παραθαλάσσια και τα
καθιερωμένα βόρεια
επιχειρηματικά κέντρα
διατηρούν ισχυρά
premiums.
Εκτός
Αττικής, οι τιμές είναι
σαφώς χαμηλότερες, με
επίκεντρο τους βασικούς
αστικούς κόμβους.
Καλαμαριά, Ηράκλειο
Κρήτης και Θεσσαλονίκη
προηγούνται, ενώ σε
χαμηλότερα επίπεδα
κινούνται Ιωάννινα,
Λάρισα, Πάτρα και Ξάνθη.
Η μεγάλη
εικόνα
Συνολικά, η τηλεργασία
δεν αποδυναμώνει την
αγορά γραφείων, αλλά
επανακατανέμει τη
ζήτηση. Τα μεσαίου
μεγέθους, σύγχρονα και
ενεργειακά αποδοτικά
ακίνητα αναδεικνύονται
στους βασικούς
ωφελημένους, ενώ τα
prime γραφεία διατηρούν
ισχυρά premiums. Σε ένα
περιβάλλον υβριδικής
εργασίας, η ποιότητα και
η ευελιξία
αναδεικνύονται σε
καθοριστικούς παράγοντες
αξίας.
|