|
Ο S&P
500 κατέγραψε πρόσφατα
άνοδο 2,9% — τη
μεγαλύτερη από τον Μάιο
— βασισμένη περισσότερο
σε προσδοκίες παρά σε
ουσιαστικές εξελίξεις.
Την ίδια στιγμή, το
Brent
Crude
Oil
έχει ενισχυθεί περίπου
50% από την έναρξη της
κρίσης, προσεγγίζοντας
τα 110 δολάρια το
βαρέλι, ενώ οργανισμοί
όπως ο
International
Energy
Agency
προειδοποιούν για
περαιτέρω επιδείνωση της
προσφοράς.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, οι
διαχειριστές κεφαλαίων
προσαρμόζουν τις
στρατηγικές τους. Ο
David
Royal
της Thrivent
επιλέγει σταδιακή
μετατόπιση από μετοχές
ανάπτυξης σε μετοχές
αξίας, αναζητώντας
ευκαιρίες σε πιεσμένα
blue
chips.
Όπως επισημαίνει, οι
αγορές συχνά βρίσκουν
πυθμένα όταν η
αβεβαιότητα κορυφώνεται.
Αντίθετα, ο
Florian
Ielpo
της Lombard
Odier
υιοθετεί πιο αμυντική
στάση, μειώνοντας την
έκθεση σε ρίσκο και
υποστηρίζοντας ότι σε
περιόδους σοκ η
αποεπένδυση μπορεί να
είναι αναγκαία.
Άλλοι επενδυτές
επικεντρώνονται στις
δευτερογενείς επιπτώσεις
της κρίσης. Ο
Roushab
Amin
της Allspring
θεωρεί ότι ο βασικός
μηχανισμός μετάδοσης
είναι τα επιτόκια και το
δολάριο, ενώ διατηρεί
θετική θέση στο
αμερικανικό νόμισμα. Ο
David
Lebovitz
της JPMorgan
Asset
Management
εκτιμά ότι το πετρέλαιο
μπορεί να κινηθεί κατά
μέσο όρο στα 125 δολάρια
και προτιμά τον
τεχνολογικό κλάδο των
ΗΠΑ ως πιο ανθεκτικό σε
γεωπολιτικούς
κραδασμούς.
Στην αγορά ομολόγων, η
εικόνα παραμένει πιο
σταθερή. Παρά τις
πιέσεις, οι αγορές
πιστώσεων δεν έχουν
καταρρεύσει, γεγονός που
αποδίδεται στην
ανθεκτικότητα της
οικονομίας. Σύμφωνα με
τη Vanguard
Group,
οι αποδόσεις
εξακολουθούν να
προσελκύουν επενδυτές,
με έμφαση στα εταιρικά
ομόλογα επενδυτικής
βαθμίδας μεσοπρόθεσμης
διάρκειας.
Παρά την αναταραχή, η
αμερικανική οικονομία
εμφανίζει ακόμη αντοχές,
με ισχυρή κατανάλωση και
θετική πορεία στη
μεταποίηση. Ωστόσο, η
άνοδος των τιμών
ενέργειας επιβαρύνει τα
νοικοκυριά, ιδιαίτερα τα
πιο ευάλωτα, ενισχύοντας
τις ανισότητες και
δημιουργώντας συνθήκες
«οικονομίας δύο
ταχυτήτων».
Το βασικό ερώτημα πλέον
δεν είναι μόνο πότε θα
λήξει η σύγκρουση, αλλά
πόσο θα διαρκέσουν οι
οικονομικές της
επιπτώσεις. Αν οι υψηλές
τιμές ενέργειας
διατηρηθούν, ακόμη και
οι πιο αισιόδοξες
εκτιμήσεις συγκλίνουν
ότι θα αρχίσουν να
πλήττουν τη ζήτηση.
Τέλος, σύμφωνα με τη
BCA
Research,
το οικονομικό και
πολιτικό κόστος για τις
ΗΠΑ είναι ήδη υψηλό,
αυξάνοντας την
πιθανότητα αλλαγής
στρατηγικής. Όπως
επισημαίνεται, η
διαπραγματευτική τακτική
του Τραμπ συχνά ξεκινά
με ακραίες θέσεις που
σταδιακά περιορίζονται,
προκειμένου να
επιτευχθεί ένας
συμβιβασμός που θα
μπορεί να παρουσιαστεί
ως επιτυχία.


Πηγή:
Bloomberg
|