|
Κεντρικές τράπεζες στο
επίκεντρο
Οι αποφάσεις της
Federal
Reserve,
της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας και της
Τράπεζας της Ιαπωνίας
αναμένεται να
αποτελέσουν βασικούς
καταλύτες για τις
αγορές.
Στην Ευρώπη, οι
επενδυτές προεξοφλούν
αύξηση των επιτοκίων της
ΕΚΤ κατά 25 μονάδες
βάσης, ενώ έχουν σχεδόν
ενσωματώσει στις τιμές
και μία ακόμη αύξηση έως
το τέλος του έτους.
Παράλληλα, αποδίδουν
περίπου 25% πιθανότητα
σε νέα κίνηση τον
Οκτώβριο.
Ωστόσο, οι νέες
προβλέψεις για την
ανάπτυξη και τον
πληθωρισμό θα μπορούσαν
να οδηγήσουν την ΕΚΤ σε
πιο προσεκτική στάση,
περιορίζοντας τις
προσδοκίες για περαιτέρω
σύσφιξη.
Ακόμη μεγαλύτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η
επόμενη εβδομάδα, όταν
Fed
και BOJ
θα ανακοινώσουν τις
αποφάσεις τους. Στις
ΗΠΑ, οι αγορές
swaps
αποτιμούν περίπου στο
50% την πιθανότητα
αύξησης επιτοκίων στις
16 Σεπτεμβρίου. Το
ποσοστό αυτό θα μπορούσε
να υποχωρήσει εφόσον τα
νέα στοιχεία για τον
πληθωρισμό δείξουν
αποκλιμάκωση των
πιέσεων.
Στην Ιαπωνία, αντίθετα,
εξετάζεται αύξηση κατά
25 μονάδες βάσης λόγω
των ισχυρότερων
πληθωριστικών πιέσεων,
ενώ δεν αποκλείεται
ταχύτερη σύσφιξη της
νομισματικής πολιτικής
στη συνέχεια.
Το γιεν και ο κίνδυνος
νέου carry
trade
unwind
Η ταυτόχρονη χαλάρωση
της Fed
και αυστηρότερη στάση
από την BOJ
θα μπορούσε να
προκαλέσει νέα ισχυρή
κίνηση του γιεν έναντι
του δολαρίου.
Σημαντικές θέσεις
περίπου 103 δισ.
δολαρίων υπέρ της πτώσης
του ιαπωνικού νομίσματος
θα μπορούσαν να δεχθούν
ισχυρές πιέσεις. Ήδη
υπάρχουν ενδείξεις ότι
μέρος αυτών των θέσεων
κλείνει, με το γιεν να
έχει ενισχυθεί στο
υψηλότερο επίπεδο από
τον Φεβρουάριο.
Μια απότομη αναστροφή
στο carry
trade
θα μπορούσε να μεταδοθεί
γρήγορα σε μετοχές,
ομόλογα και αναδυόμενες
αγορές, καθιστώντας την
Ιαπωνία πιθανή πηγή
διεθνούς
χρηματοπιστωτικής
αστάθειας.
Βρετανία και Γαλλία
αντιμέτωπες με το
δημοσιονομικό βάρος
Στη Βρετανία, οι
δημοσιονομικές ανησυχίες
αυξάνονται ενόψει του
προϋπολογισμού στα τέλη
Οκτωβρίου. Η άνοδος του
κόστους δανεισμού και ο
υψηλός πληθωρισμός έχουν
περιορίσει σημαντικά το
δημοσιονομικό περιθώριο
της κυβέρνησης, ενώ το
δημόσιο χρέος
αντιστοιχεί περίπου στο
95% του ΑΕΠ.
Οι επενδυτές αναμένουν
πλέον ένα αξιόπιστο
σχέδιο για τη
σταθεροποίηση των
δημόσιων οικονομικών,
την ώρα που η κυβέρνηση
έχει δεσμευθεί για
υψηλότερες αμυντικές
δαπάνες και μεγαλύτερο
κρατικό ρόλο στην
οικονομία.
Ανάλογη πίεση
αντιμετωπίζει και η
Γαλλία, ενόψει των
προεδρικών εκλογών του
επόμενου έτους. Το
δημοσιονομικό έλλειμμα
παραμένει πάνω από το 5%
του ΑΕΠ, ενώ αυξάνεται
και το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους.
Η διαφορά απόδοσης
μεταξύ γαλλικών και
γερμανικών ομολόγων
βρίσκεται κοντά στα
υψηλότερα επίπεδα από
την κρίση χρέους της
Ευρωζώνης, καθώς οι
αγορές ανησυχούν για την
έλλειψη ενός αξιόπιστου
σχεδίου δημοσιονομικής
προσαρμογής.
Οι εκλογές αυξάνουν την
αβεβαιότητα
Στις ΗΠΑ, η πολιτική
αβεβαιότητα αναμένεται
να ενταθεί ενόψει των
ενδιάμεσων εκλογών του
Νοεμβρίου. Μια πιθανή
αλλαγή των συσχετισμών
στο Κογκρέσο θα μπορούσε
να επηρεάσει τη
δημοσιονομική πολιτική,
αλλά και να δημιουργήσει
νέες πολιτικές
αντιπαραθέσεις γύρω από
την κυβέρνηση Τραμπ.
Με το αμερικανικό
δημόσιο χρέος να έχει
ξεπεράσει τα 40 τρισ.
δολάρια, οποιαδήποτε νέα
αύξηση των αποδόσεων των
κρατικών ομολόγων αποκτά
ιδιαίτερη σημασία για
τις αγορές.
Παράλληλα, εκλογικές
αναμετρήσεις σε Νέα
Ζηλανδία και Βραζιλία
προσθέτουν ακόμη ένα
επίπεδο πολιτικού
κινδύνου στις
αναδυόμενες και
ανεπτυγμένες αγορές.
Ρεκόρ και στον εταιρικό
δανεισμό
Το φθινόπωρο ξεκινά
επίσης με έντονη
δραστηριότητα στην αγορά
εταιρικών ομολόγων.
Στις ΗΠΑ, οι εκδόσεις
εταιρικού χρέους είχαν
ήδη καταγράψει νέο ρεκόρ
τον Αύγουστο, με τις
τεράστιες ανάγκες
χρηματοδότησης των
επενδύσεων στην τεχνητή
νοημοσύνη και στα
data
centers
να διαδραματίζουν
σημαντικό ρόλο.
Οι τράπεζες εκτιμούν ότι
οι εκδόσεις εταιρικών
ομολόγων υψηλής
πιστοληπτικής
διαβάθμισης θα μπορούσαν
να φτάσουν περίπου τα
215 δισ. δολάρια τον
Σεπτέμβριο, ενώ
ορισμένες εκτιμήσεις της
Wall
Street
κάνουν λόγο ακόμη και
για 250 δισ. δολάρια.
Η μεγάλη προσφορά
εταιρικού χρέους έρχεται
την ίδια στιγμή που οι
κυβερνήσεις προσφεύγουν
μαζικά στις αγορές για
να χρηματοδοτήσουν τα
δημοσιονομικά τους
ελλείμματα, αυξάνοντας
τον ανταγωνισμό για
διαθέσιμα κεφάλαια.
Μέση Ανατολή και
πετρέλαιο
Ο σημαντικότερος ίσως
γεωπολιτικός κίνδυνος
παραμένει η σύγκρουση
στη Μέση Ανατολή.
Η κλιμάκωση των
εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ
και Ιράν έχει επαναφέρει
το Brent
κοντά στα 100 δολάρια το
βαρέλι, ενισχύοντας τις
ανησυχίες για νέο κύμα
πληθωρισμού.
Μία παρατεταμένη
ενεργειακή κρίση θα
μπορούσε να δυσκολέψει
ακόμη περισσότερο το
έργο των κεντρικών
τραπεζών και να
επιβαρύνει ιδιαίτερα
οικονομίες όπως της
Ευρώπης και της
Ιαπωνίας, οι οποίες
εξαρτώνται σε μεγάλο
βαθμό από τις εισαγωγές
ενέργειας.
Νέα μέτωπα στο εμπόριο
Οι εμπορικές σχέσεις
ΗΠΑ-Καναδά αποτελούν
επίσης πηγή
αβεβαιότητας, καθώς η
επιβολή νέων δασμών
μπορεί να οδηγήσει σε
υψηλότερο πληθωρισμό και
ταυτόχρονα να περιορίσει
την οικονομική ανάπτυξη.
Στο μέτωπο ΗΠΑ-Κίνας, οι
αγορές παρακολουθούν
στενά την προσπάθεια
διατήρησης της εμπορικής
εκεχειρίας. Οποιαδήποτε
νέα επιβάρυνση των
εμπορικών σχέσεων θα
μπορούσε να προκαλέσει
αντίποινα από το Πεκίνο
και να αναζωπυρώσει τις
ανησυχίες για τον
παγκόσμιο πληθωρισμό και
την ανάπτυξη.
Ένα φθινόπωρο με
αυξημένο ρίσκο
Το βασικό χαρακτηριστικό
των επόμενων μηνών
φαίνεται να είναι ο
συνδυασμός πολλών
διαφορετικών κινδύνων.
Πετρέλαιο, επιτόκια,
δημόσιο χρέος, εκλογές
και εμπορικές εντάσεις
μπορούν να λειτουργήσουν
ταυτόχρονα ή διαδοχικά,
αυξάνοντας τις
διακυμάνσεις σε ομόλογα,
νομίσματα και μετοχές.
Παρά το γεγονός ότι η
μεταβλητότητα παραμένει
σε αρκετές αγορές
ασυνήθιστα χαμηλή, η
ιστορική εποχικότητα του
Σεπτεμβρίου δείχνει ότι
οι επόμενοι μήνες είναι
πιθανό να είναι σαφώς
πιο «νευρικοί».
Το μεγάλο ερώτημα για
τους επενδυτές δεν είναι
πλέον αν θα επιστρέψει η
μεταβλητότητα, αλλά
πόσο έντονη θα
είναι και σε ποια αγορά
θα εμφανιστεί πρώτη.
Με τις κεντρικές
τράπεζες, το δημόσιο
χρέος και τη γεωπολιτική
να βρίσκονται ταυτόχρονα
στο επίκεντρο, το
φθινόπωρο προμηνύεται
ιδιαίτερα απαιτητικό για
τις διεθνείς αγορές.


Πηγή: Bloomberg
|