|
Σε αυτό
το περιβάλλον, τα
διαρκώς διευρυνόμενα
προγράμματα επαναγοράς
μετοχών καθίστανται
δύσκολα να
αιτιολογηθούν, σε
αντίθεση με το παρελθόν
όπου οι τραπεζικές
μετοχές
διαπραγματεύονταν με
έντονο discount. Η
οικονομική λογική
άλλωστε υπαγορεύει ότι
οι επαναγορές είναι πιο
αποδοτικές όταν οι
μετοχές είναι
υποτιμημένες και όχι
όταν βρίσκονται σε υψηλά
επίπεδα.
Μια
εναλλακτική οπτική είναι
το κόστος ιδίων
κεφαλαίων, δηλαδή η
απόδοση που απαιτούν οι
επενδυτές για να
διακρατούν τραπεζικές
μετοχές. Ο δείκτης αυτός
λειτουργεί ως σημείο
αναφοράς για τη δυνητική
αποτελεσματικότητα των
επαναγορών. Σύμφωνα με
το BreakingViews, το
κόστος αυτό ανέρχεται
περίπου στο 11% στην
Ευρώπη και εκτιμάται ότι
είναι χαμηλότερο από τις
αποδόσεις που μπορούν να
προκύψουν μέσω
συγχωνεύσεων και
εξαγορών, οι οποίες
προσφέρουν επιπλέον
περιθώρια για συνέργειες
και εξοικονόμηση
κόστους. Ενδεικτικό
είναι το παράδειγμα της
BBVA, η οποία προέβαλε
απόδοση κοντά στο 20%
από την απόπειρα
εξαγοράς της Banco de
Sabadell.
Βεβαίως,
οι διευθύνοντες
σύμβουλοι παραμένουν
επιφυλακτικοί απέναντι
στον κίνδυνο υπερβολικού
τιμήματος σε ένα
περιβάλλον αυξημένων
κεφαλαιοποιήσεων.
Ωστόσο, αυτός ο κίνδυνος
μετριάζεται όταν οι
συμφωνίες
χρηματοδοτούνται με
ανταλλαγή μετοχών και
όχι με μετρητά. Η ανάγκη
«αξιοποίησης» των υψηλών
αποτιμήσεων ενδέχεται να
εξηγεί και την άνοδο των
εχθρικών προσεγγίσεων το
τελευταίο διάστημα, όπως
αυτές που επιχείρησαν η
UniCredit και η BBVA. Τα
δεδομένα δείχνουν ότι η
τάση μπορεί να
συνεχιστεί: σύμφωνα με
τη Visible Alpha, οι
αναλυτές εκτιμούν ότι οι
επαναγορές μετοχών θα
πάψουν να αυξάνονται σε
απόλυτους όρους μετά το
2026.
Στο
προσκήνιο βρίσκονται ήδη
πιθανά σενάρια νέων
συμφωνιών. Η UniCredit ή
η Credit Agricole θα
μπορούσαν να
ενδιαφερθούν για την
ιταλική Banco BPM, αν
και η πρόσφατη αποτυχία
του Andrea Orcel
ανέδειξε τις πολιτικές
και θεσμικές δυσκολίες
τέτοιων κινήσεων. Στην
Ισπανία, η Unicaja Banco
ενδέχεται να αποτελέσει
στόχο για τη Sabadell ή
τη Santander, με στόχο
τη δημιουργία συνεργειών
και τη μείωση κόστους.
Παράλληλα, η ING και η
Intesa Sanpaolo
διαθέτουν υψηλές
αποτιμήσεις και ισχυρή
κεφαλαιακή βάση, αν και
οι εγχώριες εξαγορές
μπορεί να προσκρούσουν
σε αυστηρούς κανόνες
ανταγωνισμού.
Συνολικά, το περιβάλλον
στην ευρωζώνη
χαρακτηρίζεται από
χαμηλότερα επιτόκια και
ασθενείς ρυθμούς
οικονομικής ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η
αποκλειστική έμφαση στις
επαναγορές μετοχών
μοιάζει περισσότερο με
ένδειξη στασιμότητας
παρά με στρατηγική
εξέλιξης. Όπως καταλήγει
το BreakingViews, οι
συγχωνεύσεις και
εξαγορές ενέχουν ρίσκα,
αλλά ίσως αποτελούν το
πιο ρεαλιστικό μονοπάτι
ανάπτυξης που έχουν στη
διάθεσή τους πολλοί
τραπεζικοί όμιλοι τη
φετινή χρονιά.
|