|
Με βάση ανάλυση του
Green
Tank
που αξιοποιεί στοιχεία
της ΡΑΑΕΥ, εάν όλοι οι
καταναλωτές με πράσινα
τιμολόγια είχαν επιλέξει
κάθε μήνα το φθηνότερο
κίτρινο τιμολόγιο, θα
είχαν εξοικονομήσει
συνολικά περίπου 1,23
δισ. ευρώ μέσα στη
διετία.
Η έκθεση του
Green
Tank
για τη λιανική αγορά
ηλεκτρικής ενέργειας
στην Ελλάδα, η οποία
βασίζεται σε δεδομένα
της Eurostat
και της ΡΑΑΕΥ,
καταδεικνύει το
ιδιαίτερα υψηλό κόστος
που επιβαρύνει τα
ελληνικά νοικοκυριά
συγκριτικά με την
υπόλοιπη Ευρώπη, σε μια
περίοδο όπου η
ενεργειακή φτώχεια
εξακολουθεί να αποτελεί
σοβαρό πρόβλημα.
Σύμφωνα με τη
Eurostat,
το ποσοστό των ελληνικών
νοικοκυριών που
εμφάνιζαν ληξιπρόθεσμες
οφειλές σε λογαριασμούς
κοινής ωφέλειας έφτασε
το 31,9% το 2025,
ποσοστό περίπου 4,5
φορές υψηλότερο από τον
μέσο όρο της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, ο οποίος
διαμορφώθηκε στο 7%.
Η ανάλυση εξετάζει
αποκλειστικά το
ανταγωνιστικό σκέλος των
τιμολογίων ηλεκτρικής
ενέργειας, δηλαδή το
κόστος προμήθειας χωρίς
φόρους, ρυθμιζόμενες
χρεώσεις και τέλη
δικτύου. Πρόκειται
ουσιαστικά για τον
βασικό δείκτη
ανταγωνιστικότητας της
αγοράς.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι
η ελληνική λιανική αγορά
ηλεκτρισμού παραμένει
διαχρονικά ακριβότερη
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, τόσο σε ονομαστικές
τιμές όσο και με βάση
την αγοραστική δύναμη
των καταναλωτών.
Κατά τη διάρκεια της
ενεργειακής κρίσης του
2022, η διαφορά με την
Ευρώπη διευρύνθηκε
θεαματικά, φτάνοντας τα
198,2 ευρώ ανά
μεγαβατώρα σε
ονομαστικές τιμές και τα
269,5 ευρώ ανά
μεγαβατώρα σε όρους
αγοραστικής δύναμης.
Παρότι το 2024 η
απόσταση από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο
περιορίστηκε, το 2025 η
ψαλίδα άνοιξε ξανά,
οδηγώντας την Ελλάδα
στις υψηλότερες θέσεις
ακρίβειας στην Ε.Ε.
Συγκεκριμένα, η χώρα
κατατάσσεται στην 25η
θέση ως προς την
ονομαστική τιμή και στην
τελευταία θέση όσον
αφορά τις τιμές
προσαρμοσμένες στην
αγοραστική δύναμη.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι
οι αποκλίσεις σε
σύγκριση με άλλες χώρες
του ευρωπαϊκού Νότου. Το
2025 η τιμή του ρεύματος
στην Ελλάδα ήταν κατά
41,9 ευρώ ανά μεγαβατώρα
ή 35,1% υψηλότερη από
την Πορτογαλία και κατά
50,3 ευρώ ανά μεγαβατώρα
ή 45,4% ακριβότερη από
την Ισπανία.
Η έκθεση εξετάζει επίσης
τη σχέση ανάμεσα στη
χονδρεμπορική και τη
λιανική αγορά
ηλεκτρισμού,
επισημαίνοντας ότι η
σύνδεση μεταξύ των δύο
δεν είναι ούτε άμεση
ούτε σταθερή.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί το
διάστημα Μαΐου – Ιουνίου
2025, όταν οι τιμές στη
χονδρεμπορική αγορά
υποχωρούσαν, αλλά οι
μέσες χρεώσεις στα
πράσινα τιμολόγια
συνέχισαν να αυξάνονται.
Η απόσταση ανάμεσα στη
χονδρεμπορική και τη
λιανική τιμή φαίνεται
μάλιστα να διευρύνεται
σημαντικά μέσα στο
δεύτερο τρίμηνο του
2025. Σύμφωνα με την
έκθεση, η μέση απόκλιση
διαμορφώθηκε στα 75,6
ευρώ ανά μεγαβατώρα το
2024, κυμαινόμενη από
58,5 ευρώ τον Δεκέμβριο
έως 87 ευρώ τον Ιούνιο,
ενώ το 2025 η μέση
διαφορά ανήλθε στα 94
ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Ωστόσο, επισημαίνεται
ότι η τιμή της
χονδρεμπορικής αγοράς
δεν αντικατοπτρίζει
πλήρως το τελικό κόστος
προμήθειας ηλεκτρικής
ενέργειας. Στο συνολικό
κόστος περιλαμβάνονται
οι επιβαρύνσεις της
αγοράς εξισορρόπησης, οι
τεχνικές απώλειες και οι
ρευματοκλοπές, οι
ανεξόφλητες οφειλές προς
τους προμηθευτές, τα
λειτουργικά έξοδα των
εταιρειών καθώς και τα
περιθώρια κέρδους των
παρόχων.
|