|
Η εξέλιξη αυτή
επιβαρύνει ιδιαίτερα τα
ελληνικά νοικοκυριά. Οι
δαπάνες για τρόφιμα
αντιστοιχούν πλέον
περίπου στο 21% των
συνολικών μηνιαίων
εξόδων, όταν το 2008 το
ποσοστό ήταν 16,4%. Η
επιδείνωση αυτή, σε
συνδυασμό με το γεγονός
ότι τα εισοδήματα δεν
έχουν επανέλθει στα
επίπεδα πριν από το
2010, εξηγεί σε μεγάλο
βαθμό τη συνεχιζόμενη
δυσαρέσκεια των πολιτών
και την απόφαση της
κυβέρνησης να λάβει νέα
μέτρα παρέμβασης.
Αναμονή νέων
τιμοκαταλόγων
Παρότι, σύμφωνα με
εκπροσώπους των σούπερ
μάρκετ, μέχρι στιγμής
δεν έχουν φτάσει νέοι
τιμοκατάλογοι από
προμηθευτές που να
ενσωματώνουν τις
συνέπειες των πρόσφατων
γεωπολιτικών εξελίξεων,
η αγορά θεωρεί σχεδόν
βέβαιο ότι θα υπάρξουν
αυξήσεις. Ήδη
καταγράφεται άνοδος στις
τιμές των καυσίμων,
γεγονός που επιβαρύνει
άμεσα το κόστος
μεταφορών.
Ακόμη και αν η ηλεκτρική
ενέργεια παραμείνει
σχετικά φθηνή –κάτι που
θεωρείται δύσκολο λόγω
της ανόδου στις τιμές
του φυσικού αερίου– το
μεταφορικό κόστος έχει
ήδη αυξηθεί. Αυτό αφορά
τόσο τις εγχώριες
μεταφορές προϊόντων,
λόγω της αύξησης στο
πετρέλαιο κίνησης των
φορτηγών, όσο και τις
εισαγωγές πρώτων υλών,
καθώς τα ναύλα και τα
ασφάλιστρα μεταφοράς
έχουν εκτοξευθεί.
Ο Στέφανος Κομνηνός,
σύμβουλος λύσεων και
ιδρυτικός εταίρος της
εταιρείας Netrino,
επισημαίνει ότι κάθε
αύξηση στις τιμές των
καυσίμων λειτουργεί ως
ισχυρός πολλαπλασιαστής
για ολόκληρη την
οικονομία. Αυξάνει το
κόστος μεταφορών,
επηρεάζει την παραγωγή
σχεδόν όλων των κλάδων
και τελικά μετακυλίεται
στις τιμές προϊόντων και
υπηρεσιών μέσα σε λίγες
εβδομάδες, από τα
τρόφιμα έως τον τουρισμό
και την εστίαση.
Παράλληλα περιορίζει την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών και πιέζει
την οικονομική ανάπτυξη.
Στην Ελλάδα το φαινόμενο
είναι ακόμη πιο έντονο,
καθώς η χώρα εισάγει
σχεδόν το σύνολο του
πετρελαίου που
καταναλώνει και
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από οδικές και
θαλάσσιες μεταφορές, ενώ
βασικοί κλάδοι όπως ο
τουρισμός και η εστίαση
επηρεάζονται άμεσα από
το ενεργειακό κόστος.
Σύμφωνα με τον ίδιο,
αύξηση της τιμής του
πετρελαίου κατά 50%
μπορεί να προσθέσει
περίπου μία ποσοστιαία
μονάδα στον πληθωρισμό
και να μειώσει τον ρυθμό
ανάπτυξης κατά 0,5%.
Στοιχεία από το
Παρατηρητήριο Τιμών
Καυσίμων δείχνουν ότι
στις 12 Μαρτίου η μέση
πανελλαδική τιμή της
απλής αμόλυβδης βενζίνης
ήταν αυξημένη κατά 7,5%
σε σχέση με τις 28
Φεβρουαρίου, ημερομηνία
έναρξης της σύρραξης,
ενώ το πετρέλαιο κίνησης
είχε αυξηθεί κατά 19%.
Διαταραχές στις
εφοδιαστικές αλυσίδες
Πέρα από τις αυξήσεις
στα καύσιμα, η σύγκρουση
στη Μέση Ανατολή
προκαλεί και νέες
δυσλειτουργίες στις
παγκόσμιες εφοδιαστικές
αλυσίδες. Αν και η
περιοχή δεν αποτελεί
βασικό παραγωγό σιτηρών
όπως η Ρωσία και η
Ουκρανία, ο αποκλεισμός
των Στενών του Ορμούζ
επιδεινώνει μια ήδη
δύσκολη κατάσταση στις
διεθνείς μεταφορές, μετά
και τις επιθέσεις των
Χούθι στη Διώρυγα του
Σουέζ.
Οι καθυστερήσεις στις
μεταφορές προκαλούν
προβλήματα στην
προμήθεια σιτηρών,
ρυζιού από την Ασία,
κρεάτων από την Ωκεανία
και θαλασσινών από την
Κίνα και τη
Νοτιοανατολική Ασία. Οι
ελλείψεις αυτές αυξάνουν
τη ζήτηση και οδηγούν σε
περαιτέρω ανοδικές
πιέσεις στις τιμές.
Μπορεί το πλαφόν να
συγκρατήσει τις τιμές;
Μετά τις πρόσφατες
κυβερνητικές
ανακοινώσεις, το βασικό
ερώτημα είναι κατά πόσο
το πλαφόν στο περιθώριο
μεικτού κέρδους σε
βασικά προϊόντα μπορεί
να αποτρέψει ή
τουλάχιστον να
περιορίσει τις
ανατιμήσεις. Το μέτρο
επανενεργοποιήθηκε στις
11 Μαρτίου και θα
ισχύσει αρχικά έως τις
30 Ιουνίου 2026.
Τα στοιχεία της Ελληνική
Στατιστική Αρχή δείχνουν
ότι το πλαφόν δεν μπορεί
να αποτρέψει συνολικά
τις αυξήσεις τιμών,
καθώς δεν αποτελεί μορφή
διατίμησης. Από το 2022
έως σήμερα ο γενικός
δείκτης τιμών καταναλωτή
έχει αυξηθεί κατά 9,62%,
ενώ ο δείκτης τροφίμων
κατά 21,62%.
Τα καύσιμα, αν και είχαν
εκτιναχθεί το 2022,
υποχώρησαν αργότερα
καθώς οι τιμές τους
καθορίζονται κυρίως από
τις συνθήκες της αγοράς.
Ωστόσο, σε βάθος
εικοσαετίας έχουν
αυξηθεί κατά 120,4%,
κυρίως λόγω των έμμεσων
φόρων αλλά και των
γεωπολιτικών εξελίξεων.
Συχνότερες μεταβολές
τιμών στην Ευρωζώνη
Μελέτη της Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα, στην
οποία συμμετείχε και η
Τράπεζα της Ελλάδος,
δείχνει ότι την περίοδο
2022-2023 αυξήθηκε
σημαντικά η συχνότητα
μεταβολής των τιμών στην
Ευρωζώνη. Το 2022
περίπου το 12% των τιμών
μεταβαλλόταν μέσα στον
ίδιο μήνα, ενώ το 2023
το ποσοστό έφτασε το
15,7%, όταν πριν από το
2020 ήταν μόλις 8,2%.
Στην Ελλάδα η συχνότητα
μεταβολών τιμών το 2022
ήταν κατά 5,88
ποσοστιαίες μονάδες
υψηλότερη σε σχέση με το
2019. Επιπλέον, στο
58,1% των προϊόντων οι
τιμές άλλαζαν συχνότερα
από ό,τι πριν την
πανδημία, ενώ το 77,1%
αυτών των μεταβολών
αφορούσε αυξήσεις.
Η συζήτηση για ΦΠΑ και
φόρους
Παράλληλα, επανέρχεται η
συζήτηση για μείωση των
συντελεστών ΦΠΑ και των
ειδικών φόρων
κατανάλωσης στα τρόφιμα.
Η κυβέρνηση απορρίπτει
προς το παρόν αυτή την
επιλογή, επικαλούμενη τα
περιορισμένα
δημοσιονομικά περιθώρια
αλλά και τον κίνδυνο η
μείωση να μην περάσει
τελικά στις τιμές
καταναλωτή.
Σε αρκετές χώρες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
εξετάζονται παρόμοια
μέτρα. Στην Ισπανία
συζητείται εκ νέου
προσωρινή μείωση του ΦΠΑ
σε βασικά τρόφιμα, ενώ
σε χώρες όπως η Σουηδία
και η Αυστρία έχουν ήδη
ληφθεί αποφάσεις για
μείωση του φόρου. Στη
Σουηδία ο ΦΠΑ στα
τρόφιμα θα μειωθεί από
12% σε 6% από την 1η
Απριλίου 2026 έως το
τέλος του 2027, ενώ στην
Αυστρία από τον Ιούλιο
θα υποχωρήσει στο 5% από
10% σήμερα για βασικά
είδη διατροφής.
|