|
Ο
Αλί Λαριτζανί διετέλεσε πρόεδρος
του ιρανικού
κοινοβουλίου για 12
χρόνια, από τον
Μάιο του 2008 έως τον
Μάιο του 2020.
Διορίστηκε τον Αύγουστο
του 2025 από τον πρόεδρο
Μασούντ Πεζεσκιάν ως επικεφαλής
του Συμβουλίου Εθνικής
Ασφαλείας του Ιράν και
ως εκπρόσωπος του
αείμνηστου Ανώτατου
Ηγέτη της χώρας,
Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ,
στο συμβούλιο, ενώ τα
ιρανικά μέσα ενημέρωσης
τον αναφέρουν και ως
σύμβουλο του
αποβιώσαντος ανώτατου
ηγέτη. Είχε επίσης
διατελέσει και
επικεφαλής των πυρηνικών
διαπραγματεύσεων του
Ιράν μεταξύ 2005 και
2007.
Ο
αδελφός του, Σαντέγκ
Λαριτζανί, είναι μια
άλλη επιδραστική
προσωπικότητα στην
Ισλαμική Δημοκρατία. Προεδρεύει
σε ένα άλλο Σώμα
εξουσίας, στο ανώτατο
διαιτητικό όργανο που
λειτουργεί ως τελικός
διαιτητής μεταξύ του
κοινοβουλίου και του
συνταγματικού ελεγκτικού
οργάνου, του Συμβουλίου
Φρουρών.
Για
δεκαετίες, ο Αλί
Λαριτζανί ήταν το ήρεμο
πρόσωπο του ιρανικού
κατεστημένου, ένας
άνθρωπος που έγραψε
βιβλία για τον Γερμανό
φιλόσοφο του 18ου αιώνα
Ιμμάνουελ Καντ και
διαπραγματεύτηκε
πυρηνικές συμφωνίες με
τη Δύση.
Όμως, την 1η Μαρτίου του
2026, ο τόνος του
67χρονου γραμματέα του
Ανώτατου Συμβουλίου
Εθνικής Ασφάλειας άλλαξε
ανεπιστρεπτί.
Εμφανιζόμενος στην
κρατική τηλεόραση μόλις
24 ώρες μετά τις
αμερικανο-ισραηλινές
αεροπορικές επιδρομές
που σκότωσαν τον Ανώτατο
Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί
Χαμενεΐ και τον διοικητή
του Σώματος των Φρουρών
της Ιρανικής Επανάστασης
(IRGC), Μοχάμαντ
Πακπούρ, ο Λαριτζανί εξέδωσε
ένα φλογερό μήνυμα.
«Η
Αμερική και το
σιωνιστικό καθεστώς
[Ισραήλ] έβαλαν φωτιά
στην καρδιά του ιρανικού
έθνους», έγραψε στα μέσα
κοινωνικής δικτύωσης.
«Θα κάψουμε τις καρδιές
τους. Θα κάνουμε
τους σιωνιστές
εγκληματίες και τους
αναίσχυντους Αμερικανούς
να μετανιώσουν για τις
πράξεις τους.
Οι γενναίοι στρατιώτες
και το μεγάλο έθνος του
Ιράν θα δώσουν ένα
αξέχαστο μάθημα στους
διαβολικούς διεθνείς
καταπιεστές», πρόσθεσε.
Ο
Λαριτζανί, ο οποίος
κατηγόρησε τον πρόεδρο
των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ
ότι έπεσε σε
«ισραηλινή παγίδα», βρέθηκε
πλέον στο επίκεντρο της
αντίδρασης της Τεχεράνης
στην μεγαλύτερη κρίση
που έχει αντιμετωπίσει
από το 1979.
Οι
«Κένεντι» του Ιράν
Γεννημένος στις 3
Ιουνίου 1958 στη Νατζάφ
του Ιράκ, σε μια εύπορη
οικογένεια από το Αμόλ,
ο Λαριτζανί ανήκει σε
μια δυναστεία τόσο
επιδραστική, που
το περιοδικό Time την
χαρακτήρισε, το 2009, ως
τους «Κένεντι του Ιράν».
Ο
πατέρας του, Μιρζά Χασέμ
Αμόλι, ήταν ένας εξέχων
αγιατολάχ. Και όπως ο
Λαριτζανί, οι αδελφοί
του έχουν βρεθεί να
κατέχουν μερικές από τις
πιο ισχυρές θέσεις στο
Ιράν, μεταξύ άλλων στο
δικαστικό σώμα και
στο Συμβούλιο των
Σοφών, ένα
κληρικό συμβούλιο
εξουσιοδοτημένο να
επιλέγει και να
εποπτεύει τον ανώτατο
ηγέτη.
Ο
αδελφός του, Σαντέκ
Αρντεσίρ Λαριτζανί,
έφτασε επίσης στον βαθμό
του αγιατολάχ ενώ
παράλληλα έχτιζε
πολιτική καριέρα και
ανέλαβε τη διοίκηση της
δικαστικής εξουσίας του
Ιράν μεταξύ 2009 και
2019.
Ένας άλλος αδελφός, ο
Μοχάμεντ Τζαβάντ
Λαριτζανί, είναι ανώτερο
στέλεχος της εξωτερικής
πολιτικής που
διετέλεσε σύμβουλος του
εκλιπόντος Αγιατολάχ Αλί
Χαμενεΐ. Ακόμη και πριν
από τον θάνατό του,
υπήρχαν φήμες ότι η
οικογένεια Λαριτζανί
προσπαθούσε να
τοποθετήσει έναν δικό
της ως τον επόμενο
ανώτατο ηγέτη.
Οι
δεσμοί του Λαριτζανί με
την επαναστατική
ελίτ του Ιράν μετά
το 1979 είναι επίσης
προσωπικοί. Σε ηλικία 20
ετών, παντρεύτηκε τη
Φαρίντε Μοταχαρί, κόρη
του Μορτέζα Μοταχαρί,
στενού συνεργάτη του
ιδρυτή της Ισλαμικής
Δημοκρατίας του Ιράν,
Ρουχολάχ Χομεϊνί.
Παρά τις συντηρητικές
θρησκευτικές ρίζες της
οικογένειάς του, τα
παιδιά του έχουν
ακολουθήσει διαφορετικές
πορείες. Η κόρη
του, Φατέμε, απόφοιτος
της Ιατρικής Σχολής του
Πανεπιστημίου της
Τεχεράνης, ολοκλήρωσε
την ειδικότητά της στο
Κρατικό Πανεπιστήμιο του
Κλίβελαντ στο Οχάιο των
ΗΠΑ.
Μαθηματικός και
φιλόσοφος
Σε
αντίθεση με πολλούς από
τους συναδέλφους του, οι
οποίοι προέρχονταν
αποκλειστικά από
θρησκευτικά σεμινάρια, ο
Λαριτζανί διαθέτει
επίσης κοσμικό
ακαδημαϊκό υπόβαθρο.
Το
1979, απέκτησε πτυχίο
στα Μαθηματικά και
την Πληροφορική από
το Τεχνολογικό
Πανεπιστήμιο Σαρίφ.
Αργότερα ολοκλήρωσε
μεταπτυχιακές και
διδακτορικές σπουδές στη
δυτική φιλοσοφία στο
Πανεπιστήμιο της
Τεχεράνης, γράφοντας τη
διατριβή του για τον
Καντ.
Ωστόσο, οι πολιτικές
του θέσεις έχουν
αποτελέσει το επίκεντρο
της καριέρας του.
Μετά την επανάσταση του
1979, εντάχθηκε στο Σώμα
των Φρουρών της
Ισλαμικής Επανάστασης στις
αρχές της δεκαετίας του
1980, πριν μεταπηδήσει
στην κυβέρνηση,
υπηρετώντας ως υπουργός
Πολιτισμού υπό τον
πρόεδρο Ακμπάρ Χασεμί
Ραφσαντζανί μεταξύ 1994
και 1997, και στη
συνέχεια ως επικεφαλής
του κρατικού
ραδιοτηλεοπτικού
οργανισμού (IRIB) από το
1994 έως το 2004. Κατά
τη διάρκεια της θητείας
του στον IRIB, δέχτηκε
κριτική από τους
μεταρρυθμιστές, οι
οποίοι κατηγόρησαν τις
περιοριστικές πολιτικές
του ότι ωθούσαν την
ιρανική νεολαία προς τα
ξένα μέσα ενημέρωσης.
Μεταξύ 2008 και 2020,
διετέλεσε πρόεδρος
του Κοινοβουλίου (Majlis)
για τρεις συνεχόμενες
θητείες,
διαδραματίζοντας
σημαντικό ρόλο στη
διαμόρφωση της
εσωτερικής και
εξωτερικής πολιτικής.
Επιστροφή στην εθνική
ασφάλεια
Ο
Λαριτζανί διεκδίκησε
την προεδρία το 2005 ως
συντηρητικός υποψήφιος,
αλλά δεν κατάφερε να
προκριθεί στον δεύτερο
γύρο. Την ίδια χρονιά,
διορίστηκε γραμματέας
του Ανώτατου Συμβουλίου
Εθνικής Ασφάλειας του
Ιράν και επικεφαλής των
διαπραγματεύσεων για το
πυρηνικό πρόγραμμα της
χώρας.
Παραιτήθηκε από τα
αξιώματα αυτά το 2007,
αφού απομακρύνθηκε
από την πυρηνική
πολιτική του
τότε προέδρου Μαχμούντ
Αχμαντινετζάντ.
Ο
Λαριτζανί μπήκε στο
κοινοβούλιο το 2008,
κερδίζοντας μια έδρα ως
εκπρόσωπος του
θρησκευτικού κέντρου της
Κουμ, και έγινε πρόεδρος
της Βουλής. Αυτό
επέτρεψε στον Λαριτζανί
να αυξήσει την επιρροή
του, ενώ διατήρησε τη
σύνδεσή του με το
πυρηνικό ζήτημα, εξασφαλίζοντας
την έγκριση του
κοινοβουλίου για τη
συμφωνία του 2015 μεταξύ
του Ιράν και των
παγκόσμιων δυνάμεων,
γνωστή ως Κοινό
Ολοκληρωμένο Σχέδιο
Δράσης (JCPOA).
Αφού παραιτήθηκε από τη
θέση του προέδρου της
Βουλής και βουλευτή το
2020, ο Λαριτζανί
προσπάθησε να θέσει
υποψηφιότητα για την
προεδρία για δεύτερη
φορά στις εκλογές του
2021. Αυτή τη φορά,
όμως, αποκλείστηκε
από το Συμβούλιο των
Φρουρών, το
οποίο ελέγχει τους
υποψηφίους. Αποκλείστηκε
και πάλι όταν προσπάθησε
να θέσει υποψηφιότητα
στις προεδρικές εκλογές
του 2024.
Το
Συμβούλιο των Φρουρών
δεν έδωσε καμία
αιτιολογία για τους
αποκλεισμούς, αλλά οι
αναλυτές θεώρησαν την
κίνηση του 2021 ως έναν
τρόπο για το κατεστημένο να
ανοίξει το δρόμο για τον
σκληροπυρηνικό Εμπραχίμ
Ραϊσί, ο οποίος
κέρδισε τις εκλογές. Ο
Λαριτζανί επέκρινε τον
αποκλεισμό του 2024 ως
«μη διαφανή».
Ωστόσο, επέστρεψε σε
θέση επιρροής τον
Αύγουστο του 2025, όταν διορίστηκε
εκ νέου γραμματέας του
Ανώτατου Συμβουλίου
Εθνικής Ασφάλειας από
τον πρόεδρο Μασούντ
Πεζεσκιάν.
Από
την ανάληψη της θέσης, η
στάση του έχει
σκληρύνει. Τον Οκτώβριο
του 2025, εμφανίστηκαν
αναφορές ότι ο Λαριτζανί
είχε ακυρώσει μια συμφωνία
συνεργασίας με τον
Διεθνή Οργανισμό
Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ),
δηλώνοντας ότι οι
εκθέσεις του οργανισμού
«δεν ήταν πλέον
αποτελεσματικές».
Ο
άνθρωπος του Χαμενεΐ στη
Μόσχα
Το
περασμένο καλοκαίρι, ο
Πεζεσκιάν επανέφερε τον
Λαριτζανί στην παλιά του
θέση ως επικεφαλής του
Ανώτατου Συμβουλίου
Εθνικής Ασφάλειας,
καθιστώντας τον τον κορυφαίο
αξιωματούχο ασφαλείας
του Ιράν μετά
τον 12ήμερο πόλεμο με το
Ισραήλ. Τους μήνες που
ακολούθησαν, η εξουσία
του Λαριτζανί και η
πρόσβασή του στον
Χαμενεΐ φαίνεται να
έχουν επισκιάσει εκείνες
του ίδιου του Πεζεσκιάν.
Ο
Λαριτζανί θεωρήθηκε ως η
δύναμη πίσω από τα
παρασκήνια που
οδήγησε στην επανέναρξη
των πυρηνικών συνομιλιών
μεταξύ των ΗΠΑ και του
Ιράν. Επίσης, ταξίδεψε
επανειλημμένα στη Μόσχα,
ενεργώντας ως
απεσταλμένος του Χαμενεΐ
στον Βλαντίμιρ Πούτιν –
πιθανώς με τη βοήθεια
του πρέσβη του Ιράν
Καζέμ Τζαλαλί, ο οποίος
είναι επίσης στενός
συνεργάτης του
Λαριτζανί.
Διπλωματία εν μέσω
πολέμου
Παρά τη σκληρή αυτή
στάση, ο Λαριτζανί
θεωρείται συχνά
ρεαλιστής και ως πρόσωπο
εντός του ιρανικού
συστήματος που ενδέχεται
να είναι διατεθειμένο να
συμβιβαστεί, εν
μέρει λόγω του ρόλου που
διαδραμάτισε στο
παρελθόν στη στήριξη της
πυρηνικής συμφωνίας του
2015.
Μόλις λίγες εβδομάδες
πριν από την τρέχουσα
κλιμάκωση, ο Λαριτζανί
φέρεται να συμμετείχε
σε έμμεσες
διαπραγματεύσεις με
τις ΗΠΑ.
Τον
Φεβρουάριο, κατά τη
διάρκεια συνομιλιών με
τη μεσολάβηση του Ομάν,
δήλωσε ότι η Τεχεράνη
δεν είχε λάβει
συγκεκριμένη πρόταση από
την Ουάσιγκτον και κατηγόρησε
το Ισραήλ ότι προσπαθεί
να σαμποτάρει τη
διπλωματική οδό για
να «πυροδοτήσει έναν
πόλεμο».
Σε
συνέντευξή του στο Al
Jazeera πριν από τις
επιθέσεις των ΗΠΑ και
του Ισραήλ κατά του
Ιράν, ο Λαριτζανί
χαρακτήρισε τη στάση της
χώρας του απέναντι στις
συνομιλίες ως «θετική»,
σημειώνοντας ότι οι
ΗΠΑ είχαν
συνειδητοποιήσει ότι η
στρατιωτική επιλογή δεν
ήταν βιώσιμη. «Η
προσφυγή στη
διαπραγμάτευση είναι μια
λογική οδός», είχε
δηλώσει τότε.
Ωστόσο, οι αεροπορικές
επιδρομές, που ξεκίνησαν
στις 28 Φεβρουαρίου, έχουν
καταστρέψει το
διπλωματικό παράθυρο.
Στην τελευταία ομιλία
του, ο Λαριτζανί
διαβεβαίωσε τον λαό ότι έχουν
καταρτιστεί σχέδια για
τη ρύθμιση της διαδοχής
στην ηγεσία σύμφωνα με
το Σύνταγμα. Προειδοποίησε
τις ΗΠΑ ότι είναι
αυταπάτη να πιστεύουν
ότι η δολοφονία ηγετών
θα αποσταθεροποιήσει το
Ιράν.
«Δεν σκοπεύουμε να
επιτεθούμε σε χώρες της
περιοχής», διευκρίνισε,
«αλλά στοχεύουμε
σε οποιεσδήποτε βάσεις
χρησιμοποιούν οι
Ηνωμένες Πολιτείες».
Ο
πιο ρεαλιστικός τόνος
φαίνεται να
εξαφανίστηκε. Ο
Λαριτζανί απέρριψε τις
αναφορές των μέσων
ενημέρωσης ότι
επιθυμούσε νέες
συνομιλίες με τις ΗΠΑ,
δηλώνοντας τη Δευτέρα
(16/03) ότι το
Ιράν «δεν θα
διαπραγματευτεί» με
την Ουάσιγκτον.
Αντίθετα, με τον Χαμενεΐ
εκτός σκηνής και την
περιοχή στο χείλος του
γκρεμού, ο Λαριτζανί
υποσχέθηκε μια απάντηση
προς τις ΗΠΑ και το
Ισραήλ με «μια
δύναμη που δεν έχουν
ξαναζήσει».
Με
πληροφορίες από ΕΡΤ, Al
Jazeera, BBC, DW
|