|
Η πολεμική ένταση
επηρεάζει άμεσα τις
ενεργειακές αγορές. Στις
12 Μαρτίου 2026, η τιμή
του πετρελαίου
Brent
διαμορφώθηκε περίπου στα
98 δολάρια το βαρέλι,
ενώ το ευρωπαϊκό φυσικό
αέριο κινήθηκε κοντά στα
51 ευρώ ανά MWh.
Παράλληλα, η διακοπή
παραγωγής φυσικού αερίου
στο Κατάρ δημιουργεί
πρόσθετες πιέσεις, καθώς
οι προμήθειες της χώρας
αντιστοιχούν περίπου στο
8% των ευρωπαϊκών
εισαγωγών.
Οι στρατηγικοί στόχοι
της αμερικανικής
κυβέρνησης δεν έχουν
αποσαφηνιστεί πλήρως.
Πέρα από την επιδίωξη
αλλαγής καθεστώτος και
τον περιορισμό των
πυρηνικών φιλοδοξιών της
Τεχεράνης, ένας ακόμη
πιθανός στόχος θα
μπορούσε να είναι η
αύξηση της παραγωγής
πετρελαίου και φυσικού
αερίου του Ιράν,
δεδομένου ότι η χώρα
διαθέτει περίπου το 10%
των παγκόσμιων
αποθεμάτων πετρελαίου
και το 15% των
αποθεμάτων φυσικού
αερίου. Ενδεικτικά, τη
δεκαετία του 1970 το
Ιράν παρήγαγε περίπου 7
εκατ. βαρέλια ημερησίως,
ενώ σήμερα η παραγωγή
του περιορίζεται σε
περίπου 4 εκατ. βαρέλια
την ημέρα, σύμφωνα με
στοιχεία της ΕΙΑ.
Οι επιθέσεις σε χώρες
του Κόλπου προκάλεσαν
αιφνιδιασμό στις αγορές,
ενώ αυξάνεται ο κίνδυνος
επέκτασης της έντασης
και σε άλλες περιοχές.
Παρ’ όλα αυτά, η απουσία
ισχυρής στήριξης προς το
Ιράν από βασικούς
συμμάχους του περιορίζει
τον κίνδυνο γενικευμένης
κλιμάκωσης. Η Κίνα
ενδέχεται να χάσει την
πρόσβαση σε φθηνό
ιρανικό πετρέλαιο, ενώ η
Ρωσία έχει κίνητρο να
διοχετεύσει ακριβότερες
ποσότητες πετρελαίου σε
αγορές όπως η Κίνα και η
Ινδία.
Επιπτώσεις σε πληθωρισμό
και ανάπτυξη
Με βάση πρόσφατες
εκτιμήσεις της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας, μια αύξηση της
τιμής του πετρελαίου
κατά 10% θα μπορούσε να
οδηγήσει σε άνοδο του
πληθωρισμού περίπου κατά
0,1 ποσοστιαίες μονάδες
στις ΗΠΑ και κατά 0,2
ποσοστιαίες μονάδες στην
ευρωζώνη σε
βραχυπρόθεσμο ορίζοντα
τριών μηνών.
Παράλληλα, η άνοδος των
ενεργειακών τιμών
περιορίζει την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών και
διευρύνει το εμπορικό
έλλειμμα, ιδιαίτερα για
τις χώρες που εξαρτώνται
από εισαγωγές ενέργειας.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις
στις Ηνωμένες Πολιτείες
αναμένεται να είναι
σχετικά περιορισμένες,
καθώς αποτελούν τον
μεγαλύτερο παραγωγό
πετρελαίου και φυσικού
αερίου παγκοσμίως.
Στην ευρωζώνη, αντίθετα,
μια αύξηση της τιμής του
πετρελαίου κατά 10%
εκτιμάται ότι θα
μπορούσε να μειώσει το
πραγματικό ΑΕΠ κατά
περίπου 0,1% έως 0,2% σε
χρονικό ορίζοντα δύο
ετών.
Ωστόσο, οι αναλυτές
επισημαίνουν ότι οι
σημερινές εξελίξεις δεν
μπορούν να συγκριθούν
άμεσα με τις μεγάλες
πετρελαϊκές κρίσεις του
παρελθόντος. Μετά τον
πόλεμο του Yom
Kippur
το 1973, οι τιμές του
πετρελαίου
τετραπλασιάστηκαν, ενώ
κατά την Ιρανική
Επανάσταση του 1979 και
τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ οι
τιμές περίπου
διπλασιάστηκαν.
Σήμερα, η Σαουδική
Αραβία διαθέτει τη
δυνατότητα να αυξήσει
την παραγωγή της, ενώ
παράλληλα το ενεργειακό
κόστος αντιπροσωπεύει
μικρότερο ποσοστό του
ΑΕΠ στις ανεπτυγμένες
οικονομίες σε σχέση με
τη δεκαετία του 1970 και
του 1980. Παρ’ όλα αυτά,
εάν η σύγκρουση
παραταθεί, οι αρνητικές
επιπτώσεις μπορεί να
ενταθούν λόγω της
αυξημένης αβεβαιότητας.
Η αντίδραση των αγορών
Στην ευρωζώνη, οι
προσδοκίες για υψηλότερο
πληθωρισμό έχουν
οδηγήσει σε άνοδο τις
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων. Μετά το
ξέσπασμα της σύγκρουσης
καταγράφηκε ήπια ανοδική
μετατόπιση της καμπύλης
αποδόσεων, ενώ οι
αποτιμήσεις των μετοχών
υποχώρησαν.
Τις τελευταίες ημέρες οι
χρηματιστηριακές αγορές
σε Ευρώπη και Ηνωμένες
Πολιτείες εμφανίζουν
έντονες διακυμάνσεις.
Παρόμοια εικόνα είχε
παρατηρηθεί και σε
προηγούμενες
γεωπολιτικές κρίσεις,
όπως στον Πόλεμο του
Κόλπου (1990–1991), στον
πόλεμο στο Ιράκ το 2003
και στην εισβολή της
Ρωσίας στην Ουκρανία το
2022, όπου η αρχική
αναταραχή στις αγορές
ενέργειας προκάλεσε
βραχυπρόθεσμες
αναταράξεις στα
χρηματιστήρια πριν αυτά
ανακάμψουν.
Η πρόσφατη διόρθωση στα
ευρωπαϊκά χρηματιστήρια
από τα τέλη Φεβρουαρίου
αντανακλά κυρίως την
αυξημένη αβεβαιότητα
γύρω από την πορεία των
τιμών του φυσικού
αερίου, το οποίο
αποτελεί βασικό
παράγοντα διαμόρφωσης
των τιμών ηλεκτρικής
ενέργειας. Αυτό σημαίνει
ότι το ενεργειακό κόστος
ενδέχεται να αυξηθεί
περισσότερο στην Ευρώπη
σε σχέση με τις ΗΠΑ, οι
οποίες επωφελούνται από
τη θέση τους ως
κορυφαίος παραγωγός
ενέργειας.
Η εξάρτηση της Ευρώπης
από εισαγόμενη ενέργεια
Τα Στενά του Ορμούζ
αποτελούν το
σημαντικότερο σημείο
διέλευσης του παγκόσμιου
εμπορίου ενέργειας και
πλέον βρίσκονται σε
περιοχή έντασης. Ακόμη
και χωρίς επίσημο
αποκλεισμό, οι εμπορικές
συνέπειες έχουν ήδη
αρχίσει να γίνονται
αισθητές: τα ασφάλιστρα
μεταφοράς αυξάνονται
σημαντικά και πολλά
πλοία αλλάζουν πορεία ή
αποφεύγουν τη διέλευση.
Οι επιπτώσεις δεν
περιορίζονται μόνο στον
ενεργειακό τομέα. Το
κλείσιμο του εναέριου
χώρου στην περιοχή του
Κόλπου διαταράσσει
επίσης τις αεροπορικές
συνδέσεις μεταξύ Ευρώπης
και Ασίας.
Παρότι η Ευρώπη
εξαρτάται λιγότερο από
το πετρέλαιο και το
LNG
του Κόλπου σε σύγκριση
με οικονομίες όπως η
Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία
ή η Νότια Κορέα, δεν
είναι πλήρως
προστατευμένη. Οι τιμές
του πετρελαίου και του
φυσικού αερίου
καθορίζονται σε
παγκόσμιες αγορές,
γεγονός που σημαίνει ότι
οποιαδήποτε διαταραχή
στις ροές μέσω των
Στενών του Ορμούζ μπορεί
να επηρεάσει άμεσα και
τις ευρωπαϊκές
οικονομίες.
Η ανάλυση της
Alpha
Bank
υπογραμμίζει ότι η
έκθεση της Ευρώπης σε
γεωπολιτικά σοκ
παραμένει άμεσα
συνδεδεμένη με τη διαρκή
εξάρτησή της από
εισαγόμενα ορυκτά
καύσιμα. Παρά τη
σημαντική μείωση της
ενεργειακής εξάρτησης
από τη Ρωσία, η Ευρώπη
συνεχίζει να εξαρτάται
από διεθνείς αγορές και
νέους προμηθευτές,
κυρίως τις Ηνωμένες
Πολιτείες.
Η σημερινή κρίση
αναδεικνύει ότι η
ουσιαστική θωράκιση της
ευρωπαϊκής οικονομίας
προϋποθέτει τη σταδιακή
μείωση της δομικής
εξάρτησης από τις
εισαγωγές πετρελαίου και
LNG,
ώστε να περιοριστεί η
ευπάθεια σε μελλοντικούς
γεωπολιτικούς
κραδασμούς.
|