|
Η συζήτηση για τον
αναβαλλόμενο φόρο
Το ζήτημα του
αναβαλλόμενου φόρου (DTC)
επανέρχεται συχνά στη
δημόσια συζήτηση, με
προτάσεις για ταχύτερη
απόσβεσή του.
Ωστόσο, οι ίδιες οι
τράπεζες υποστηρίζουν
ότι έχουν ήδη κινηθεί
προς αυτή την
κατεύθυνση.
Σύμφωνα με τραπεζικές
πηγές, οι συστημικές
τράπεζες ζήτησαν από τις
εποπτικές αρχές τη
δυνατότητα επιτάχυνσης
της απόσβεσης του DTC,
προκειμένου να
βελτιώσουν την ποιότητα
των εποπτικών κεφαλαίων
τους. Μετά τη σχετική
έγκριση, εφαρμόζεται
πρόγραμμα ταχύτερης
απομείωσης σε σχέση με
εκείνο που προβλέπει η
ισχύουσα νομοθεσία.
Έτσι, το 2025 η συνολική
απόσβεση του DTC ανήλθε
σε περίπου 1,5 δισ.
ευρώ, έναντι περίπου 700
εκατ. ευρώ που προέβλεπε
το αρχικό πλαίσιο. Στην
εξέλιξη αυτή συμβάλλει
και η διανομή
μερισμάτων, καθώς το 29%
των καταβαλλόμενων
μερισμάτων οδηγεί σε
πρόσθετη εποπτική
απόσβεση του
αναβαλλόμενου φόρου.
Με
βάση τα επιχειρηματικά
σχέδια των τραπεζών, η
πλήρης εξάλειψη του DTC
εκτιμάται ότι θα
ολοκληρωθεί το 2032 ή το
2033, δηλαδή περίπου μία
δεκαετία νωρίτερα από
τον αρχικό σχεδιασμό που
προέβλεπε ολοκλήρωση το
2042.
Προβληματισμοί για
περαιτέρω επιτάχυνση
Στο
δημόσιο διάλογο
διατυπώνονται συχνά
προτάσεις για ακόμη
ταχύτερη απόσβεση του
DTC, οι οποίες όμως
συνοδεύονται πολλές
φορές από εισηγήσεις για
περιορισμό των
μερισμάτων. Οι τράπεζες
θεωρούν τις δύο
προσεγγίσεις
αντικρουόμενες, καθώς η
διανομή μερισμάτων
αποτελεί βασικό
μηχανισμό επιτάχυνσης
της απόσβεσης.
Παράλληλα, σύμφωνα με
τις ίδιες πηγές,
εξετάζονται σενάρια που
θα μπορούσαν να
οδηγήσουν σε πλήρη
απόσβεση του DTC έως το
2028. Εκτιμάται όμως ότι
σε μια τέτοια περίπτωση
θα παρέμενε αναπόσβεστο
ποσό περίπου 8 δισ.
ευρώ, που αντιστοιχεί σε
περίπου 30% των
κεφαλαίων CET1 των
τραπεζών.
Όπως υποστηρίζουν
τραπεζικά στελέχη, η
τόσο απότομη επιτάχυνση
θα μπορούσε να
δημιουργήσει ανάγκες για
νέες αυξήσεις κεφαλαίου,
όχι για αναπτυξιακούς
λόγους αλλά αποκλειστικά
για την κάλυψη των
εποπτικών απαιτήσεων που
θα προέκυπταν από την
αλλαγή του
χρονοδιαγράμματος.
Η
συμβολή των τραπεζών
στην οικονομία
Οι
τράπεζες τονίζουν επίσης
ότι η βελτίωση της
κεφαλαιακής τους θέσης
έχει συμβάλει ουσιαστικά
στη χρηματοδότηση της
οικονομίας. Σύμφωνα με
στοιχεία της Ευρωπαϊκής
Κεντρικής Τράπεζας, κατά
την περίοδο 2022-2025 η
Ελλάδα κατέγραψε μέσο
ετήσιο ρυθμό πιστωτικής
επέκτασης προς τις μη
χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις 10,9%,
επίδοση που
συγκαταλέγεται στις
υψηλότερες της
Ευρωζώνης.
Όσον αφορά τη στεγαστική
πίστη, επισημαίνεται ότι
τα επιτόκια νέων
στεγαστικών δανείων με
πενταετές σταθερό
επιτόκιο διαμορφώνονται
στην Ελλάδα στο 3,16%,
χαμηλότερα από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης που
ανέρχεται σε 3,43%.
Παράλληλα, οι τράπεζες
σημειώνουν ότι η
κερδοφορία τους ως
ποσοστό του ΑΕΠ δεν
αποτελεί ελληνική
ιδιαιτερότητα, καθώς
αντίστοιχα επίπεδα
καταγράφονται σε χώρες
όπως η Πορτογαλία, η
Ισπανία, η Ιταλία και η
Αυστρία.
Γιατί δημιουργήθηκε ο
μηχανισμός του DTC
Ο
αναβαλλόμενος φόρος
αποτελεί λογιστικό και
φορολογικό μηχανισμό που
προβλέπεται από τα
Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα
και αποτυπώνει
μελλοντικές φορολογικές
απαιτήσεις ή υποχρεώσεις
που προκύπτουν από
διαφορές μεταξύ
λογιστικής και
φορολογικής
αντιμετώπισης
συγκεκριμένων γεγονότων.
Στην περίπτωση των
ελληνικών τραπεζών, το
μεγαλύτερο μέρος του DTC
προήλθε από τις μεγάλες
ζημιές που καταγράφηκαν
κατά τη διάρκεια της
οικονομικής κρίσης,
κυρίως λόγω του PSI και
των διαγραφών μη
εξυπηρετούμενων δανείων.
Το
θεσμικό πλαίσιο που
υιοθετήθηκε το 2014 και
τροποποιήθηκε το 2017
επέτρεψε την αναγνώριση
μέρους του αναβαλλόμενου
φόρου ως εποπτικού
κεφαλαίου, με την
εγγύηση του Ελληνικού
Δημοσίου. Στόχος της
ρύθμισης ήταν να
περιοριστούν οι ανάγκες
νέας ανακεφαλαιοποίησης
και να αποφευχθεί η
διάθεση πρόσθετων
δημόσιων πόρων για τη
στήριξη του τραπεζικού
συστήματος.
Με
τον τρόπο αυτό, το
Δημόσιο δεν χρειάστηκε
να εισφέρει νέα κεφάλαια
στις τράπεζες,
επιλέγοντας αντ’ αυτού
να ενισχύσει την
κεφαλαιακή τους βάση
μέσω του μηχανισμού του
αναβαλλόμενου φόρου, ο
οποίος αποσβένεται
σταδιακά σύμφωνα με το
ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
|