| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Δευτέρα, 29/06/2026

       

 

 

Οι τράπεζες επισημαίνουν ότι η φορολογική τους επιβάρυνση δεν περιορίζεται μόνο στον φόρο εισοδήματος. Παρότι φορολογούνται με συντελεστή 29%, υψηλότερο από το 22% που ισχύει για τις περισσότερες επιχειρήσεις, επιβαρύνονται επιπλέον με σημαντικό κόστος ΦΠΑ, καθώς οι βασικές τραπεζικές υπηρεσίες απαλλάσσονται από τον συγκεκριμένο φόρο και δεν μπορούν να τον μετακυλίσουν στους πελάτες τους.

Ως αποτέλεσμα, ο ΦΠΑ που καταβάλλουν στους προμηθευτές τους αποτελεί πραγματικό λειτουργικό κόστος και όχι ουδέτερη φορολογική επιβάρυνση, όπως συμβαίνει σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, το κόστος αυτό ανέρχεται σε 350-400 εκατ. ευρώ ετησίως, ποσό που εισρέει απευθείας στα δημόσια ταμεία.

Παράλληλα, οι τράπεζες καταβάλλουν ετήσιο αντάλλαγμα προς το Δημόσιο για την κρατική εγγύηση που συνοδεύει τον αναβαλλόμενο φόρο, με τους σχετικούς όρους να έχουν εγκριθεί από τις ευρωπαϊκές αρχές ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, υποστηρίζουν ότι η άποψη πως «οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους» δεν ανταποκρίνεται στην πλήρη εικόνα της φορολογικής τους συνεισφοράς.

 

Η συζήτηση για τον αναβαλλόμενο φόρο

Το ζήτημα του αναβαλλόμενου φόρου (DTC) επανέρχεται συχνά στη δημόσια συζήτηση, με προτάσεις για ταχύτερη απόσβεσή του. Ωστόσο, οι ίδιες οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι έχουν ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, οι συστημικές τράπεζες ζήτησαν από τις εποπτικές αρχές τη δυνατότητα επιτάχυνσης της απόσβεσης του DTC, προκειμένου να βελτιώσουν την ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων τους. Μετά τη σχετική έγκριση, εφαρμόζεται πρόγραμμα ταχύτερης απομείωσης σε σχέση με εκείνο που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία.

Έτσι, το 2025 η συνολική απόσβεση του DTC ανήλθε σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 700 εκατ. ευρώ που προέβλεπε το αρχικό πλαίσιο. Στην εξέλιξη αυτή συμβάλλει και η διανομή μερισμάτων, καθώς το 29% των καταβαλλόμενων μερισμάτων οδηγεί σε πρόσθετη εποπτική απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου.

Με βάση τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών, η πλήρης εξάλειψη του DTC εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθεί το 2032 ή το 2033, δηλαδή περίπου μία δεκαετία νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό που προέβλεπε ολοκλήρωση το 2042.

Προβληματισμοί για περαιτέρω επιτάχυνση

Στο δημόσιο διάλογο διατυπώνονται συχνά προτάσεις για ακόμη ταχύτερη απόσβεση του DTC, οι οποίες όμως συνοδεύονται πολλές φορές από εισηγήσεις για περιορισμό των μερισμάτων. Οι τράπεζες θεωρούν τις δύο προσεγγίσεις αντικρουόμενες, καθώς η διανομή μερισμάτων αποτελεί βασικό μηχανισμό επιτάχυνσης της απόσβεσης.

Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εξετάζονται σενάρια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πλήρη απόσβεση του DTC έως το 2028. Εκτιμάται όμως ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα παρέμενε αναπόσβεστο ποσό περίπου 8 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε περίπου 30% των κεφαλαίων CET1 των τραπεζών.

Όπως υποστηρίζουν τραπεζικά στελέχη, η τόσο απότομη επιτάχυνση θα μπορούσε να δημιουργήσει ανάγκες για νέες αυξήσεις κεφαλαίου, όχι για αναπτυξιακούς λόγους αλλά αποκλειστικά για την κάλυψη των εποπτικών απαιτήσεων που θα προέκυπταν από την αλλαγή του χρονοδιαγράμματος.

Η συμβολή των τραπεζών στην οικονομία

Οι τράπεζες τονίζουν επίσης ότι η βελτίωση της κεφαλαιακής τους θέσης έχει συμβάλει ουσιαστικά στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατά την περίοδο 2022-2025 η Ελλάδα κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις 10,9%, επίδοση που συγκαταλέγεται στις υψηλότερες της Ευρωζώνης.

Όσον αφορά τη στεγαστική πίστη, επισημαίνεται ότι τα επιτόκια νέων στεγαστικών δανείων με πενταετές σταθερό επιτόκιο διαμορφώνονται στην Ελλάδα στο 3,16%, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που ανέρχεται σε 3,43%.

Παράλληλα, οι τράπεζες σημειώνουν ότι η κερδοφορία τους ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, καθώς αντίστοιχα επίπεδα καταγράφονται σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Αυστρία.

Γιατί δημιουργήθηκε ο μηχανισμός του DTC

Ο αναβαλλόμενος φόρος αποτελεί λογιστικό και φορολογικό μηχανισμό που προβλέπεται από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και αποτυπώνει μελλοντικές φορολογικές απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που προκύπτουν από διαφορές μεταξύ λογιστικής και φορολογικής αντιμετώπισης συγκεκριμένων γεγονότων.

Στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών, το μεγαλύτερο μέρος του DTC προήλθε από τις μεγάλες ζημιές που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως λόγω του PSI και των διαγραφών μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το θεσμικό πλαίσιο που υιοθετήθηκε το 2014 και τροποποιήθηκε το 2017 επέτρεψε την αναγνώριση μέρους του αναβαλλόμενου φόρου ως εποπτικού κεφαλαίου, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στόχος της ρύθμισης ήταν να περιοριστούν οι ανάγκες νέας ανακεφαλαιοποίησης και να αποφευχθεί η διάθεση πρόσθετων δημόσιων πόρων για τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος.

Με τον τρόπο αυτό, το Δημόσιο δεν χρειάστηκε να εισφέρει νέα κεφάλαια στις τράπεζες, επιλέγοντας αντ’ αυτού να ενισχύσει την κεφαλαιακή τους βάση μέσω του μηχανισμού του αναβαλλόμενου φόρου, ο οποίος αποσβένεται σταδιακά σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
FF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum