|
Το μήνυμα έχει ήδη
αποτυπωθεί στις αγορές
χρήματος, με το
euribor
3μήνου –το βασικό
επιτόκιο αναφοράς για το
μεγαλύτερο μέρος των
δανείων– να επιστρέφει
στην περιοχή του 2,3%,
έπειτα από περίοδο
αποκλιμάκωσης μέσα στο
2025. Η εξέλιξη αυτή
αντανακλά την αυξημένη
εκτίμηση ότι η ΕΚΤ ίσως
χρειαστεί να διατηρήσει
πιο αυστηρή στάση,
ανάλογα με την πορεία
του πληθωρισμού και τις
επιπτώσεις της κρίσης
στη Μέση Ανατολή στις
τιμές ενέργειας,
μεταφορών και συνολικά
στην οικονομία.
Για τα νοικοκυριά και
τις επιχειρήσεις, το
βασικό μήνυμα είναι ότι
οι αποφάσεις της ΕΚΤ
τους επόμενους μήνες θα
καθορίσουν σε μεγάλο
βαθμό το κόστος
δανεισμού και τις δόσεις
δανείων για το υπόλοιπο
του έτους. Οι επιπτώσεις
είναι τόσο άμεσες, μέσω
του κόστους
χρηματοδότησης, όσο και
έμμεσες, καθώς η αύξηση
του κόστους δανεισμού
περιορίζει τις
επενδύσεις και
επιβραδύνει την
οικονομική
δραστηριότητα.
Η πρώτη και πιο άμεση
επίδραση αφορά τις
επιχειρήσεις, καθώς
σχεδόν το σύνολο των
επιχειρηματικών δανείων
στην Ελλάδα είναι
συνδεδεμένο με
κυμαινόμενα επιτόκια και
συνεπώς επηρεάζεται
άμεσα από το
euribor.
Με συνολικό υπόλοιπο
επιχειρηματικών δανείων
που προσεγγίζει τα 92
δισ. ευρώ, μια αύξηση
του euribor
κατά 25 μονάδες βάσης
συνεπάγεται επιπλέον
τόκους περίπου 230 εκατ.
ευρώ ετησίως.
Σε επίπεδο επιχείρησης,
ένα δάνειο 1 εκατ. ευρώ
επιβαρύνεται κατά
περίπου 2.500 ευρώ
ετησίως σε περίπτωση
αντίστοιχης αύξησης. Αν
και το ποσό αυτό μπορεί
να θεωρηθεί διαχειρίσιμο
για μεγάλες
επιχειρήσεις, σε
συνδυασμό με το αυξημένο
ενεργειακό κόστος, τις
μισθολογικές πιέσεις και
τις γενικότερες
αβεβαιότητες, η συνολική
επιβάρυνση γίνεται
σημαντική.
Για τις τράπεζες, η
άνοδος των επιτοκίων, σε
συνδυασμό με τη
συνεχιζόμενη πιστωτική
επέκταση που στηρίζεται
από το επενδυτικό κύμα
του Ταμείου Ανάκαμψης,
αναμένεται να ενισχύσει
περαιτέρω τα επιτοκιακά
έσοδα. Ωστόσο, κρίσιμος
παράγοντας παραμένει το
εύρος των αυξήσεων,
καθώς κινήσεις της τάξης
των 25–50 μονάδων βάσης
θεωρούνται πιο συμβατές
με τη διατήρηση της
αναπτυξιακής δυναμικής,
η οποία εκτιμάται ότι θα
κινηθεί λίγο κάτω από το
2%.
Οι ελληνικές τράπεζες
εμφανίζονται σήμερα
περισσότερο θωρακισμένες
απέναντι σε ένα σενάριο
υψηλότερων επιτοκίων,
καθώς βασίζονται σε
μεγάλο βαθμό σε
καταθέσεις ταμιευτηρίου,
οι οποίες επηρεάζονται
λιγότερο από την άνοδο
των επιτοκίων σε σχέση
με τις προθεσμιακές
καταθέσεις.
Οι διοικήσεις των
συστημικών τραπεζών
έχουν εκτιμήσει ότι κάθε
αύξηση του
euribor
κατά 25 μονάδες βάσης
ενισχύει τα καθαρά έσοδα
από τόκους ως εξής: –
Alpha
Bank:
περίπου 20 εκατ. ευρώ
ετησίως –
Eurobank:
περίπου 35 εκατ. ευρώ
– Εθνική Τράπεζα:
περίπου 40 εκατ. ευρώ
– Τράπεζα Πειραιώς:
περίπου 40 εκατ. ευρώ
Συνολικά, η επίδραση θα
μπορούσε να προσθέσει
περίπου 135 εκατ. ευρώ
στα καθαρά επιτοκιακά
έσοδα των τεσσάρων
συστημικών τραπεζών,
λαμβάνοντας υπόψη και το
κόστος χρηματοδότησης.
Παρότι η επίδραση
παραμένει θετική, είναι
πλέον ηπιότερη σε σχέση
με το παρελθόν, καθώς το
κόστος των προθεσμιακών
καταθέσεων έχει αυξηθεί
και τα περιθώρια έχουν
ήδη συμπιεστεί.
Για τα νοικοκυριά με
στεγαστικά δάνεια, η
επίπτωση εκτιμάται
συνολικά ως ελεγχόμενη.
Ενδεικτικά, ένα δάνειο
100.000 ευρώ με διάρκεια
20 ετών και επιτόκιο 4%
θα επιβαρυνθεί κατά
περίπου 13 ευρώ τον μήνα
σε περίπτωση αύξησης
κατά 25 μονάδες βάσης. Η
πραγματική επιβάρυνση
εξαρτάται από το
υπόλοιπο διάρκειας του
δανείου, καθώς στα
παλαιότερα δάνεια το
μεγαλύτερο μέρος των
τόκων έχει ήδη
αποπληρωθεί, καθιστώντας
τα λιγότερο ευαίσθητα
στις μεταβολές
επιτοκίων.
|