|
Ακόμη
μεγαλύτερη είναι η
μεταβολή μεταξύ των
ενοικιαστών: το 31%
δηλώνει πρόθεση
απόκτησης ιδιόκτητης
κατοικίας, από 18% στην
προηγούμενη έρευνα.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η
ζήτηση στις ηλικίες
24–35 ετών (29%), ενώ
ακολουθεί η ομάδα 35–44
ετών με 24%. Ανά
επαγγελματική κατηγορία,
υψηλότερη πρόθεση αγοράς
εμφανίζουν οι δημόσιοι
υπάλληλοι (29%), έναντι
22% των
αυτοαπασχολούμενων και
21% των ιδιωτικών
υπαλλήλων.
Η
ενίσχυση του
ενδιαφέροντος αποδίδεται
τόσο στην ώθηση που
έδωσε το πρόγραμμα
«Σπίτι μου ΙΙ», όσο και
στην προσδοκία περαιτέρω
αύξησης των ενοικίων. Το
70% των ερωτηθέντων
αναμένει νέα άνοδο των
μισθωμάτων (από 60%
πέρυσι), ενώ μόλις 8%
προβλέπει μείωση.
Περιορισμένη αγοραστική
δυνατότητα
Παρά τη
διάθεση για αγορά, τα
διαθέσιμα κεφάλαια
παραμένουν χαμηλά. Το 5ο
Βαρόμετρο Αγοράς
Ακινήτων του
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
δείχνει ότι το 83% των
ενδιαφερόμενων δεν
μπορεί να ξεπεράσει τις
200.000 ευρώ. Από το
υπόλοιπο 17%, το 11%
κινείται στο εύρος
200.000–300.000 ευρώ και
μόλις 6% υπερβαίνει τις
300.000 ευρώ.
Ανησυχητικό είναι ότι το
36% δηλώνει δυνατότητα
δαπάνης μόλις
50.000–100.000 ευρώ,
ποσοστό αυξημένο σε
σχέση με το 27% του
Νοεμβρίου 2024.
Παράλληλα, το 73% εκτιμά
ότι σήμερα οι Έλληνες
διαθέτουν λιγότερα
χρήματα για αγορά ή
ενοικίαση κατοικίας σε
σχέση με έξι μήνες πριν.
Οι τιμές
συνεχίζουν ανοδικά
Την ίδια
στιγμή, οι ζητούμενες
τιμές παραμένουν σε
ανοδική τροχιά. Σύμφωνα
με τα στοιχεία της
πλατφόρμας
Spitogatos.gr, το
2025 η μέση ζητούμενη
τιμή πώλησης κατοικιών
πανελλαδικά αυξήθηκε
κατά 9,4%, έναντι 8,8%
το 2024.
Στην
Αττική η αύξηση
διαμορφώθηκε σε 8,7%,
ενώ στη Θεσσαλονίκη σε
11,2%. Στο κέντρο της
Αθήνας η μέση ζητούμενη
τιμή ανέρχεται πλέον σε
2.462 ευρώ/τ.μ.,
καταγράφοντας ετήσια
άνοδο 9,4% το τέταρτο
τρίμηνο του 2025. Στα
δυτικά προάστια η αύξηση
ήταν ακόμη υψηλότερη
(11,4%), με τις τιμές να
διαμορφώνονται στα 2.188
ευρώ/τ.μ.
Συνολικά
την περίοδο 2021–2025,
οι τιμές στην Αττική
αυξήθηκαν κατά 41,5%
(2.830 ευρώ/τ.μ.), ενώ
στη Θεσσαλονίκη η άνοδος
έφθασε το 63,5% (2.179
ευρώ/τ.μ.).
Στρεβλώσεις από το
«Σπίτι μου ΙΙ»
Παρά το
γεγονός ότι το 66% των
ερωτηθέντων αξιολογεί
θετικά το πρόγραμμα,
σχεδόν οι μισοί (45%)
δηλώνουν ότι δεν
σκοπεύουν να το
αξιοποιήσουν. Στην
Αττική το ποσοστό αυτό
αγγίζει το 50%, ενώ
μειώνεται σε 42% στη
Βόρεια Ελλάδα και 37%
στην Κεντρική και Νότια
Ελλάδα, γεγονός που
υποδηλώνει μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα του
μέτρου σε περιοχές με
χαμηλότερες τιμές.
Οι
βασικοί λόγοι αποχής
αφορούν τα εισοδηματικά
και ηλικιακά κριτήρια,
καθώς και τους
περιορισμούς ως προς την
αξία και την παλαιότητα
των ακινήτων.
Υπενθυμίζεται ότι το
πρόγραμμα προβλέπει
επιδότηση επιτοκίου, με
το 50% του δανείου
άτοκο, μέγιστο ποσό
δανείου 190.000 ευρώ και
ανώτατη αξία ακινήτου
250.000 ευρώ, ενώ το
ακίνητο πρέπει να έχει
οικοδομική άδεια έως
31/12/2005.
Ωστόσο,
τρεις στους τέσσερις
συμμετέχοντες στην
έρευνα της Alpha Bank
εκτιμούν ότι το
πρόγραμμα συμβάλλει στην
αύξηση των τιμών των
επιλέξιμων ακινήτων. Το
ποσοστό αυτό φθάνει στο
91% μεταξύ όσων πληρούν
τα κριτήρια και
σκοπεύουν να
συμμετάσχουν.
Τα
στοιχεία του
Spitogatos.gr ενισχύουν
αυτή την εικόνα: το
2025, περιοχές με υψηλή
διαθεσιμότητα επιλέξιμων
ακινήτων κατέγραψαν
έντονες αυξήσεις, όπως η
Δραπετσώνα (+28,6%), το
Πέραμα (+26,7%) και το
κέντρο της Αθήνας
(+22,8%). Αντίστοιχη
τάση παρατηρήθηκε και
στη Θεσσαλονίκη, με τη
Μηχανιώνα (+22,9%) και
τη Μενεμένη (+18,2%).
Η
σημερινή εικόνα της
αγοράς δείχνει ένα
έντονο παράδοξο: η
πρόθεση αγοράς
αυξάνεται, αλλά η
αγοραστική δυνατότητα
περιορίζεται και οι
τιμές επιταχύνονται. Η
συγκέντρωση της ζήτησης
σε συγκεκριμένες
κατηγορίες ακινήτων
δημιουργεί πιέσεις και
φαινόμενα υπερτίμησης,
με αποτέλεσμα το όφελος
της επιδότησης να
εξανεμίζεται σε αρκετές
περιπτώσεις.
Αν
θέλεις, μπορώ να σου
ετοιμάσω και πιο
«αιχμηρή» εκδοχή
γνώμης/ανάλυσης, με
τίτλο τύπου opinion για
το GFF, που να
αναδεικνύει πιο καθαρά
τις στρεβλώσεις της
στεγαστικής πολιτικής.
|