|
Το
ρήγμα: ιταλικό μοντέλο ή
CISAF;
Στην
καρδιά της διαφωνίας
βρίσκεται η επιλογή του
κατάλληλου εργαλείου.
Από τη μία πλευρά, ο
ΣΕΒ και
επιχειρηματικοί κύκλοι
που εκπροσωπούν κυρίως
τη βαριά βιομηχανία
εξακολουθούν να βλέπουν
θετικά το λεγόμενο
«ιταλικό μοντέλο»
(Energy Release 2.0).
Πρόκειται για έναν
μηχανισμό που θα
εξασφάλιζε μακροχρόνια
πρόσβαση σε ηλεκτρική
ενέργεια σε
προκαθορισμένη τιμή –
περί τα 55 ευρώ/MWh – με
αντάλλαγμα τη δέσμευση
των επιχειρήσεων να
επιστρέψουν το όφελος
μέσω επενδύσεων σε
Ανανεώσιμες Πηγές
Ενέργειας σε βάθος
χρόνου.
Στην
αντίπερα όχθη, η
ΕΒΙΚΕΝ ζητά να
εγκαταλειφθεί η συζήτηση
περί ιταλικού μοντέλου
και να ενεργοποιηθούν
άμεσα τα εργαλεία που
επιτρέπει το νέο
ευρωπαϊκό πλαίσιο Clean
Industrial State Aid
Framework (CISAF), σε
συνδυασμό με τον
υφιστάμενο μηχανισμό
αντιστάθμισης του
έμμεσου κόστους CO₂. Η
ένωση εκτιμά ότι η
εμμονή σε ένα σχήμα που
δεν έχει λάβει το
πράσινο φως από τις
Βρυξέλλες οδηγεί σε
πολύτιμες καθυστερήσεις,
την ώρα που οι
επιχειρήσεις τιμολογούν
και ανταγωνίζονται σε
πραγματικό χρόνο.
Το CISAF
προβλέπει επιδοτήσεις
που μπορούν να καλύψουν
έως και το 50% της
κατανάλωσης, με ανώτατη
ενίσχυση περίπου 25
ευρώ/MWh στη
χονδρεμπορική τιμή. Ήδη
χώρες όπως η
Γερμανία και η
Βουλγαρία έχουν
ενεργοποιήσει
αντίστοιχους
μηχανισμούς,
διαμορφώνοντας τελικές
τιμές για τη βιομηχανία
στην περιοχή των 50–60
ευρώ/MWh. Στην Ελλάδα,
αντίθετα, το ενεργειακό
κόστος παραμένει –
σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της αγοράς –
έως και 40% υψηλότερο
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο.
Η
ευρωπαϊκή διάσταση και
οι ενστάσεις
Το
ζήτημα δεν περιορίζεται
στα εθνικά σύνορα. Ο
πρόεδρος του
ΣΕΒ,
Σπύρος Θεοδωρόπουλος,
έχει αποδώσει τις
καθυστερήσεις κυρίως
στις ευρωπαϊκές
εγκρίσεις,
επισημαίνοντας ότι οι
τελικές αποφάσεις
εξαρτώνται από τους
περιορισμούς των κανόνων
κρατικών ενισχύσεων.
Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό
επίπεδο, η
BusinessEurope
έχει αναδείξει το υψηλό
ενεργειακό κόστος ως
βασικό παράγοντα
υπονόμευσης της
ανταγωνιστικότητας της
ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η
παρέμβαση του
Ευάγγελος Μυτιληναίος,
υπό την ιδιότητά του ως
προέδρου της
European Metals
(πρώην Eurometaux). Ο
ίδιος χαρακτήρισε το
CISAF μη λειτουργικό για
τις ενεργοβόρες
βιομηχανίες,
υποστηρίζοντας ότι οι
περιορισμοί του
καθιστούν πρακτικά
ανέφικτη την ουσιαστική
στήριξη. Με έμφαση στη
μεταλλουργία,
προειδοποίησε ότι η
Ευρώπη χάνει σταθερά
βιομηχανικό έδαφος
έναντι οικονομιών όπως η
Κίνα, η
Ινδία και οι
Ηνωμένες Πολιτείες,
οι οποίες ενισχύουν
ενεργά τη βιομηχανική
τους βάση.
Αντιστάθμιση CO₂ και
ρυθμιζόμενες χρεώσεις
Στο
μεταξύ, η αντιστάθμιση
του έμμεσου κόστους CO₂
αποτελεί κρίσιμο αλλά
αβέβαιο πυλώνα στήριξης.
Η πρόσφατη μείωση του
συντελεστή αποζημίωσης
από την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή περιορίζει το
ύψος της ενίσχυσης, ενώ
ακόμη και σε περίπτωση
βελτίωσης του
συντελεστή, τα οφέλη
μετατίθενται χρονικά.
Παράλληλα, ζητήματα όπως
ο μηχανισμός μειωμένου
ΕΤΜΕΑΡ και οι
ρυθμιζόμενες χρεώσεις
παραμένουν ανοικτά,
εντείνοντας την αίσθηση
ότι δεν υπάρχει ακόμη
μια συνολική, συνεκτική
λύση.
Κοινός
παρονομαστής: πίεση και
απογοήτευση
Παρά τις
διαφορετικές
στρατηγικές, ο κοινός
παρονομαστής είναι η
έντονη ανησυχία για την
ανταγωνιστικότητα της
ελληνικής βιομηχανίας.
Επιχειρηματικοί κύκλοι
μιλούν για κρίσιμη καμπή
της οικονομίας και για
ανάγκη άμεσων αποφάσεων,
την ώρα που άλλες χώρες
κινούνται ταχύτερα. Η
παρατεταμένη εκκρεμότητα
τροφοδοτεί απογοήτευση
και εσωτερικές
διαφοροποιήσεις, αλλά
και την αίσθηση ότι το
ενεργειακό κόστος
εξελίσσεται σε
καθοριστικό παράγοντα
για τη διατήρηση – ή μη
– της παραγωγικής βάσης
της χώρας.
Οι
επόμενες κυβερνητικές
ανακοινώσεις, όποτε
αυτές έρθουν, δεν θα
κρίνουν μόνο το ύψος των
τιμολογίων ρεύματος. Θα
αποτελέσουν και δείκτη
για το αν η Ελλάδα
μπορεί να διαμορφώσει
ένα σταθερό και
ανταγωνιστικό ενεργειακό
περιβάλλον για τη
βιομηχανία της σε μια
περίοδο έντονων
ευρωπαϊκών και διεθνών
ανακατατάξεων.
|