|
Sustainability:
από «μόδα» σε
αναγκαιότητα
«Το
sustainability
(βιωσιμότητα) μπορεί να
ακούγεται σαν μια έννοια
“ της μόδας”, όμως στην
πραγματικότητα αποτελεί
ουσιαστική ανάγκη»,
επισημαίνει ο κ. Παππάς.
«Δεν μιλάμε πλέον απλώς
για τον περιορισμό των
επιπτώσεων της
κλιματικής αλλαγής, αλλά
για το αν μπορούμε, όπου
είναι εφικτό, να τις
αναστρέψουμε. Στον
τουρισμό ειδικά, το
ζητούμενο είναι
ξεκάθαρο: να μειώνουμε
τα αρνητικά και να
αυξάνουμε τα θετικά».
Ο
ίδιος περιγράφει τον
τουρισμό ως ένα σύνθετο
σύστημα, που απαιτεί
ενημέρωση, εργαλεία και
δομημένη προσέγγιση. Σε
αυτό το πλαίσιο, το
GSTC
υλοποιεί ένα εκτεταμένο
πρόγραμμα ενημέρωσης με
συνέδρια, εκδηλώσεις,
webinars
και εκπαιδευτικά
προγράμματα, πολλά από
τα οποία προσφέρονται
δωρεάν.
Αγορά,
νομοθεσία και
compliance
Παράλληλα,
το θεσμικό πλαίσιο
γίνεται ολοένα και πιο
αυστηρό. Η συμμόρφωση (compliance)
με τη σχετική νομοθεσία
δεν είναι πλέον
προαιρετική.
«Συχνά
οι επιχειρήσεις δεν
γνωρίζουν καν ποιες
είναι οι υποχρεώσεις
τους. Ωστόσο, αν δεν
προσαρμοστούν,
κινδυνεύουν να βρεθούν
εκτός αγοράς».
Ιδιαίτερα
σημαντικός είναι και ο
ρόλος των μεγάλων
καναλιών διανομής και
των διεθνών πλατφορμών
ηλεκτρονικού εμπορίου,
που πλέον ζητούν
συγκεκριμένα στοιχεία
βιωσιμότητας ή τα
ενσωματώνουν ως κριτήριο
προβολής.
«Η
αειφορία δεν είναι πια
κάτι εξωτικό. Είναι
mainstream.
Και θα γίνεται ολοένα
και πιο κεντρικό
στοιχείο της τουριστικής
δραστηριότητας, τόσο
λόγω της αγοράς όσο και
λόγω της νομοθεσίας».
Οι
πιέσεις στις πόλεις και
η ανάγκη διαχείρισης
Οι
πιέσεις που δέχονται
ορισμένες ευρωπαϊκές
πόλεις λόγω τουρισμού
δεν αντιμετωπίζονται
πλέον αποσπασματικά.
Όπως επισημαίνει ο
κ.Παππάς, απαιτείται
οργανωμένο σχέδιο,
συστηματική συλλογή
δεδομένων και κατάλληλα
εργαλεία λήψης
αποφάσεων.
Μεγάλες
πόλεις όπως η Βενετία, η
Βαρκελώνη και η
Κοπεγχάγη έχουν
προχωρήσει σημαντικά
βήματα, κυρίως γιατί
αντιλήφθηκαν νωρίς την
ανάγκη διαχείρισης των
ροών επισκεπτών.
Σήμερα
διαθέτουμε τεχνολογικά
συστήματα, όχι
απαραίτητα υψηλού
κόστους, που επιτρέπουν
την παρακολούθηση των
τουριστικών ροών σε
πραγματικό χρόνο. Με
δεδομένα από πολλαπλές
πηγές, οι αρμόδιοι
φορείς μπορούν να
λειτουργούν σχεδόν όπως
ένα «κέντρο ελέγχου
κυκλοφορίας». Αυτό
σημαίνει ότι μπορούν να
κατευθύνουν ροές προς
εναλλακτικά σημεία
ενδιαφέροντος, να
ρυθμίζουν την πρόσβαση
σε δημοφιλή αξιοθέατα,
να λαμβάνουν μέτρα
αποσυμφόρησης, να
προσαρμόζουν πολιτικές
τιμολόγησης ή ωραρίων.
Η
διαχείριση, ωστόσο, δεν
αφορά μόνο τον αριθμό
των επισκεπτών.
Περιλαμβάνει δείκτες που
σχετίζονται με την
ποιότητα ζωής των
κατοίκων, τη λειτουργία
των γειτονιών, τη
συνεργασία με την τοπική
κοινωνία και φυσικά, την
περιβαλλοντική
επιβάρυνση.
Ο
προορισμός χρειάζεται
οργανωμένη δομή
διαχείρισης (Destination
Marketing
Organization-
DMO),
σαφείς αρμοδιότητες,
παρατηρητήριο δεδομένων
και εξειδικευμένα
στελέχη που μπορούν να
μετατρέπουν την
πληροφορία σε πολιτική.
Φέρουσα
ικανότητα: δυναμική και
όχι στατική έννοια
Η
έννοια της «φέρουσας
ικανότητας» δεν είναι
στατική. Δεν αφορά μόνο
έναν συνολικό αριθμό
επισκεπτών. Είναι χωρική
(δεν είναι όλα τα σημεία
μιας πόλης ίδιας
αντοχής), χρονική (άλλη
πίεση τον Αύγουστο, άλλη
τον Οκτώβριο) και
ποιοτική (διαφορετικά
χαρακτηριστικά
επισκεπτών και
δραστηριοτήτων).
Επομένως, η φέρουσα
ικανότητα πρέπει να
μετριέται όσο το δυνατόν
πιο δυναμικά και,
ιδανικά, σε πραγματικό
χρόνο. Μόνο έτσι μπορεί
να επιτευχθεί το
«βέλτιστο» ισοζύγιο
μεταξύ τουριστικής
ανάπτυξης και κοινωνικής
συνοχής.
Το
παράδειγμα της παλιάς
πόλης με τα τείχη
Ως
χαρακτηριστικό
παράδειγμα, ο κ.Παππάς
αναφέρει την περίπτωση
του Ντουμπρόβνικ. Η
παλιά πόλη, που
περιβάλλεται από
μεσαιωνικά τείχη,
αποτελεί το βασικό
τουριστικό «προϊόν» της
πόλης.
Εκεί,
έχει δημιουργηθεί μια
ισχυρή ΜΚΟ πολιτών
(«Πολίτες των τειχών-
Građani
zidina»), η
οποία διαχειρίζεται
σημαντικό ετήσιο
προϋπολογισμό, άνω των
30 εκατ. ευρώ, που
προέρχεται κυρίως από τα
εισιτήρια εισόδου στα
τείχη. Τα έσοδα αυτά
κατευθύνονται σε έργα
συντήρησης και
προστασίας των τειχών,
χρηματοδοτούν
παρεμβάσεις υποδομής
στην παλιά πόλη και
αποδίδουν μέρος των
πόρων στον δήμο για τη
στήριξη πολιτιστικών και
μουσειακών λειτουργιών.
Το
μοντέλο αυτό δείχνει ότι
η λύση δεν είναι απλώς
«να βάλουμε τέλος για να
σταματήσουν να
έρχονται», αλλά να
δημιουργήσουμε
μηχανισμούς ανακύκλωσης
των εσόδων προς όφελος
του ίδιου του
προορισμού.
Το
κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα
με τον κ. Παππά, είναι
στρατηγικό: «Θέλουμε να
μειώσουμε τον αριθμό των
επισκεπτών ή να
διαχειριστούμε καλύτερα
τις ροές χωρίς να
υποβαθμιστεί η ποιότητα
ζωής των κατοίκων και η
εμπειρία του επισκέπτη;»
Σλοβενία
και βορειο-ευρωπαϊκό
μοντέλο
Η
Σλοβενία θεωρείται από
τα κράτη που κινήθηκαν
ταχύτερα και πιο
οργανωμένα στην
προσαρμογή του τουρισμού
στις αρχές της
βιωσιμότητας, σύμφωνα με
τον ίδιο. Ανέπτυξε ένα
τουριστικό μοντέλο στενά
συνδεδεμένο με το φυσικό
περιβάλλον, καλλιέργησε
περιβαλλοντική
κουλτούρα, επένδυσε σε
ήπιες μορφές
μετακίνησης, όπως ο
ποδηλατικός τουρισμός,
και ενσωμάτωσε τη
βιωσιμότητα στον πυρήνα
του εθνικού
brand
της.
Αντίστοιχα,
η Νορβηγία προχώρησε σε
μια συστηματική
προσπάθεια
επανατοποθέτησης της
τουριστικής της
ταυτότητας, με έμφαση
στην καινοτομία και στη
δομημένη διαχείριση των
προορισμών. Η προσέγγισή
της βασίζεται σε
μετρήσεις, δείκτες και
οργανωμένα εργαλεία
παρακολούθησης. Κοινός
παρονομαστής αυτών των
παραδειγμάτων είναι ότι
η βιωσιμότητα δεν
αντιμετωπίζεται ως
επικοινωνιακό αφήγημα,
αλλά ως σύστημα
διαχείρισης με μετρήσιμα
αποτελέσματα.
Η
ανάγκη για εξειδίκευση
και δεδομένα
Στον
τομέα της βιώσιμης
τουριστικής ανάπτυξης
απαιτούνται
εξειδικευμένοι και
εκπαιδευμένοι
επαγγελματίες. Χωρίς
τεχνογνωσία, η
στρατηγική παραμένει
θεωρητική.
Καθοριστικό
ρόλο διαδραματίζουν τα
παρατηρητήρια ανά
περιοχή. Χωρίς
συστηματική συλλογή και
ανάλυση δεδομένων, δεν
μπορεί να υπάρξει
ουσιαστική διαχείριση. Η
λήψη αποφάσεων οφείλει
να βασίζεται σε
μετρήσιμους δείκτες και
όχι σε εκτιμήσεις.
Διαχείριση
και προβολή: δύο όψεις
της ίδιας στρατηγικής
Η
βιώσιμη τουριστική
πολιτική απαιτεί
ισορροπία ανάμεσα στη
διαχείριση και την
προβολή. Η επικοινωνία
από μόνη της δεν αρκεί.
Ένας προορισμός μπορεί
να είναι ελκυστικός,
αλλά αν δεν διαθέτει
μηχανισμούς διαχείρισης
ροών, πόρων και
επιπτώσεων, η ανάπτυξη
γίνεται εύκολα μη
βιώσιμη.
Σε
αυτό το πλαίσιο, είναι
απαραίτητο να ακούγεται
άμεσα, και όχι έμμεσα, η
φωνή της τοπικής
κοινωνίας στη λήψη
αποφάσεων.
«Στην
Ελλάδα, σήμερα, δεν
υπάρχει θεσμοθετημένη
πρόβλεψη για ουσιαστική
συμμετοχή της τοπικής
κοινωνίας στη λειτουργία
των
DMO.
Ωστόσο, σε επίπεδο
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
βρίσκονται σε εξέλιξη
μελέτες και επεξεργασία
προδιαγραφών, οι οποίες
αναμένεται -πιθανόν από
τον Ιούνιο- να επιφέρουν
διαφοροποιήσεις στο
ευρωπαϊκό πλαίσιο
λειτουργίας των
οργανισμών διαχείρισης
προορισμών», επισημαίνει
ο κ.Παππάς.
Τα
πρότυπα ως εργαλείο
Τα
πρότυπα δεν είναι απλώς
ένα μέσο πιστοποίησης»,
τονίζει. «Είναι ένα
πρακτικό εργαλείο
εκπαίδευσης. Βοηθούν μια
επιχείρηση να γνωρίσει
τις καλές πρακτικές και
να τις ενσωματώσει στην
καθημερινή της
λειτουργία».
Η
εφαρμογή αρχών
αειφορίας, όπως εξηγεί,
δεν είναι μόνο θέμα
περιβαλλοντικής
ευαισθησίας. Έχει και
σαφές επιχειρηματικό
αποτύπωμα.
«Όταν
μια επιχείρηση μετρά,
για παράδειγμα, την
κατανάλωση νερού ή
ενέργειας, περιορίζει τη
σπατάλη πόρων.
Ουσιαστικά “
νοικοκυρεύει” τη
λειτουργία της. Αυτό
μεταφράζεται σε καλύτερη
διαχείριση εσόδων-
εξόδων και σε μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα απέναντι
στις διακυμάνσεις της
αγοράς».
Τι
αλλάζει με τη νέα
ευρωπαϊκή νομοθεσία για
τις πιστοποιήσεις
Από
τα μέσα Σεπτεμβρίου 2026
τίθεται σε εφαρμογή νέα
ευρωπαϊκή νομοθεσία για
την προστασία του
καταναλωτή που
αυστηροποιεί το πλαίσιο
γύρω από τις
περιβαλλοντικές
δηλώσεις.
Σύμφωνα
με όσα εξηγεί στο
ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Παππάς, δεν
αρκεί μια επιχείρηση να
δηλώνει ότι είναι
«αειφόρα» ή να
επιδεικνύει απλώς ένα
σήμα. Ο ισχυρισμός
πρέπει να βασίζεται σε
τεκμηριωμένο και
ανεξάρτητο έλεγχο. Ο
φορέας που απονέμει
πιστοποίηση οφείλει να
λειτουργεί με
ανεξαρτησία και
διαφάνεια.
«Το
Global
Sustainable
Tourism
Council
δεν πιστοποιεί
επιχειρήσεις. Αναπτύσσει
τα πρότυπα. Η
πιστοποίηση γίνεται από
ανεξάρτητους
διαπιστευμένους φορείς.
Η ”σφραγίδα” αποτελεί
μόνο μέρος μιας
ευρύτερης διαδικασίας,
που περιλαμβάνει
αξιολόγηση, αποδείξεις
συμμόρφωσης και συνεχή
έλεγχο. Η νέα ρύθμιση
στοχεύει στη διαφάνεια
και στην αποφυγή
παραπλανητικών
ισχυρισμών (greenwashing),
ενισχύοντας την
αξιοπιστία της αγοράς»,
επισημαίνει.
Ο
ρόλος και η αποστολή του
GSTC
Το
Παγκόσμιο Συμβούλιο
Αειφόρου Τουρισμού (GSTC)
είναι ένας διεθνής, μη
κερδοσκοπικός οργανισμός
(NGO),
που ιδρύθηκε το 2007
στις Ηνωμένες Πολιτείες
και σήμερα έχει
παγκόσμια παρουσία, με
γραφεία σε Ασία, Ευρώπη
και Αμερική.
Αποστολή του είναι η
ανάπτυξη και διάδοση των
παγκόσμιων προτύπων
αειφόρου τουρισμού, τα
οποία αποτελούν σημείο
αναφοράς διεθνώς. Τα
πρότυπα αυτά καλύπτουν
ξενοδοχεία, τουριστικούς
πράκτορες, προορισμούς,
αξιοθέατα και, σε λίγο
χρονικό διάστημα, και
τον τομέα της
γαστρονομίας.
Ο
οργανισμός δημιουργήθηκε
αρχικά με τη στήριξη του
World
Tourism
Organization
(UNWTO),
ωστόσο από το 2012
λειτουργεί ως
ανεξάρτητος φορέας.
|