|
Οι πιέσεις εκδηλώνονται
σε ένα ήδη δύσκολο
πολιτικό περιβάλλον. Η
κυβέρνηση του Sébastien
Lecornu
καλείται να εξασφαλίσει
κοινοβουλευτική στήριξη
για τον προϋπολογισμό
του 2027, ο οποίος
προβλέπει σημαντική
δημοσιονομική
προσαρμογή, ενώ οι
κοινωνικές αντιδράσεις
και οι κινητοποιήσεις
για τη χρηματοδότηση της
εκπαίδευσης δυσχεραίνουν
την προσπάθεια
περιορισμού των
ελλειμμάτων.
Παράλληλα, η άνοδος των
αποδόσεων των γαλλικών
κρατικών ομολόγων, με το
δεκαετές να κινείται σε
επίπεδα που δεν είχαν
καταγραφεί από το 2002,
αυξάνει το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
και εντείνει τον
προβληματισμό των
επενδυτών.
Ο φόβος ενός νέου φαύλου
κύκλου χρέους
Ο Krugman
παραπέμπει στην κρίση
δημόσιου χρέους της
Ευρωζώνης την περίοδο
2009-2012, όταν η Ελλάδα
βρέθηκε στο επίκεντρο
και στη συνέχεια οι
πιέσεις επεκτάθηκαν σε
άλλες χώρες της
περιφέρειας, όπως η
Πορτογαλία, η Ισπανία
και η Ιταλία.
Ο μηχανισμός μιας
τέτοιας κρίσης είναι
γνωστός: η αμφισβήτηση
της δημοσιονομικής
αξιοπιστίας μιας χώρας
οδηγεί τους επενδυτές να
απαιτούν υψηλότερες
αποδόσεις για να
διακρατούν τα ομόλογά
της. Το αυξημένο κόστος
δανεισμού επιβαρύνει
περαιτέρω τον
προϋπολογισμό,
ενισχύοντας τις
ανησυχίες για τη
βιωσιμότητα του χρέους
και τροφοδοτώντας νέες
πιέσεις στις αγορές.
Για τις χώρες της
Ευρωζώνης, η
αντιμετώπιση μιας
τέτοιας κρίσης είναι πιο
σύνθετη, καθώς δεν
διαθέτουν ανεξάρτητη
νομισματική πολιτική
ούτε τη δυνατότητα να
υποτιμήσουν ένα εθνικό
νόμισμα για να
ενισχύσουν την
ανταγωνιστικότητά τους.
Στην περίπτωση της
Γαλλίας, το πρόβλημα
αποκτά διαφορετικές
διαστάσεις λόγω του
μεγέθους της οικονομίας
της. Μια εκτεταμένη
κρίση χρηματοδότησης θα
είχε επιπτώσεις όχι μόνο
στο Παρίσι, αλλά και
στις ευρωπαϊκές
τράπεζες, στις αγορές
κρατικών ομολόγων και
στη συνολική
χρηματοπιστωτική
σταθερότητα της
Ευρωζώνης.
Το συνταξιοδοτικό και η
δημοσιονομική πίεση
Ο νομπελίστας
οικονομολόγος
επισημαίνει, μεταξύ
άλλων, τις
μακροπρόθεσμες πιέσεις
που δημιουργεί το
συνταξιοδοτικό σύστημα
της Γαλλίας. Η γήρανση
του πληθυσμού και η
δυσκολία αλλαγών στο
όριο συνταξιοδότησης
επιβαρύνουν τις
δημοσιονομικές
προοπτικές, σε μια
περίοδο κατά την οποία η
κυβέρνηση καλείται να
περιορίσει τις δαπάνες
και να αποκαταστήσει την
εμπιστοσύνη των αγορών.
Το πολιτικό πρόβλημα
είναι ότι η
δημοσιονομική προσαρμογή
απαιτεί αποφάσεις που
συχνά προκαλούν έντονες
κοινωνικές αντιδράσεις.
Η δυσκολία εξασφάλισης
κοινοβουλευτικής
πλειοψηφίας περιορίζει
ακόμη περισσότερο τη
δυνατότητα εφαρμογής
ενός συνεκτικού σχεδίου
μείωσης του ελλείμματος.
Ο Krugman
θεωρεί ότι η Γαλλία
ενδέχεται να
αντιμετωπίσει
μεγαλύτερες δυσκολίες
από εκείνες των χωρών
που βρέθηκαν στο
επίκεντρο της
προηγούμενης κρίσης. Η
διάσωση μιας οικονομίας
αυτού του μεγέθους θα
απαιτούσε πολύ
μεγαλύτερους πόρους και
θα ήταν πολιτικά
δυσκολότερη για τους
υπόλοιπους εταίρους.
Υπενθυμίζει, παράλληλα,
τη δέσμευση του
Mario
Draghi
το 2012 ότι η ΕΚΤ θα
έκανε «ό,τι χρειαστεί»
για τη διατήρηση του
ευρώ. Η παρέμβαση
εκείνης της περιόδου
συνέβαλε στην
αποκλιμάκωση των
πιέσεων, αλλά
συνοδεύτηκε από
αυστηρούς όρους και
εκτεταμένες
δημοσιονομικές
προσαρμογές στις χώρες
που αντιμετώπιζαν
προβλήματα
χρηματοδότησης.
Για τη Γαλλία, μια
αντίστοιχη εξέλιξη θα
ήταν ιδιαίτερα δύσκολη,
τόσο λόγω του πολιτικού
κόστους όσο και εξαιτίας
των επιπτώσεων που θα
μπορούσε να έχει στην
ευρωπαϊκή οικονομία.
«Η Γαλλία ενδέχεται να
έχει περάσει από το
στάδιο του “πολύ μεγάλη
για να καταρρεύσει” στο
“πολύ μεγάλη για να
διασωθεί”», προειδοποιεί
ο Krugman.
Trichet:
Η Γαλλία πρέπει πρώτα να
αποκαταστήσει την
αξιοπιστία της
Στο ίδιο πλαίσιο, ο
πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ
Jean-Claude
Trichet
υποστηρίζει ότι η ευθύνη
για την αντιμετώπιση της
δημοσιονομικής κρίσης
ανήκει πρωτίστως στη
γαλλική κυβέρνηση και
στο κοινοβούλιο.
Σε δηλώσεις του στο
CNBC,
τόνισε ότι απαιτείται
ένας αξιόπιστος
πολιτικός συμβιβασμός
για τη μείωση του
ελλείμματος. Οι
ευρωπαϊκοί μηχανισμοί
μπορούν να συμβάλουν στη
σταθεροποίηση των
αγορών, αλλά δεν μπορούν
να υποκαταστήσουν την
ανάγκη για βιώσιμη
δημοσιονομική πολιτική.
Ο Trichet
αναφέρθηκε τόσο στον
Ευρωπαϊκό Μηχανισμό
Σταθερότητας (ESM)
όσο και στο Μέσο
Προστασίας της Μετάδοσης
της νομισματικής
πολιτικής της ΕΚΤ,
γνωστό ως
Transmission
Protection
Instrument
(TPI).
Το TPI
θεσπίστηκε το 2022, με
στόχο να επιτρέπει στην
ΕΚΤ να παρεμβαίνει στις
αγορές κρατικών ομολόγων
όταν οι αδικαιολόγητες
και άτακτες αναταράξεις
εμποδίζουν την ομαλή
μετάδοση της
νομισματικής πολιτικής
στις χώρες της
Ευρωζώνης. Μέχρι σήμερα
δεν έχει ενεργοποιηθεί.
Η χρήση του, ωστόσο, δεν
είναι αυτόματη ούτε
απεριόριστη. Η ΕΚΤ
εξετάζει, μεταξύ άλλων,
τη συμμόρφωση της χώρας
με το δημοσιονομικό
πλαίσιο της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, τη βιωσιμότητα
του δημόσιου χρέους και
την εφαρμογή κατάλληλων
οικονομικών πολιτικών.
Επομένως, η ύπαρξη του
TPI
δεν συνιστά εγγύηση ότι
η ΕΚΤ θα παρέμβει για να
συγκρατήσει τις
αποδόσεις των γαλλικών
ομολόγων ανεξαρτήτως των
δημοσιονομικών
εξελίξεων.
«Πρέπει πρώτα να
βοηθήσεις τον εαυτό
σου», ήταν το μήνυμα του
Trichet,
με βάση την εμπειρία του
από την προηγούμενη
κρίση χρέους.
Το δίλημμα της ΕΚΤ και
οι επιπτώσεις στην
Ευρωζώνη
Η Γαλλία βρίσκεται
αντιμέτωπη με μια
δύσκολη εξίσωση: πρέπει
να περιορίσει τα
ελλείμματα και να
σταθεροποιήσει το χρέος
της, χωρίς να προκαλέσει
νέα κοινωνική και
πολιτική κρίση. Την ίδια
στιγμή, οι αγορές
αξιολογούν όχι μόνο τα
δημοσιονομικά μεγέθη,
αλλά και το κατά πόσο η
κυβέρνηση έχει τη
δυνατότητα να εφαρμόσει
τις δεσμεύσεις της.
Για την ΕΚΤ, το ζήτημα
είναι εξίσου σύνθετο.
Μια παρέμβαση θα
μπορούσε να περιορίσει
τις αδικαιολόγητες
πιέσεις στα ομόλογα και
να αποτρέψει τη μετάδοσή
τους στο ευρωπαϊκό
χρηματοπιστωτικό
σύστημα. Θα
δημιουργούσε, ωστόσο,
ερωτήματα σχετικά με
τους όρους ενεργοποίησης
των μηχανισμών στήριξης
και τα όρια της ευθύνης
της κεντρικής τράπεζας
απέναντι στις
δημοσιονομικές επιλογές
των κρατών.
Μια γαλλική κρίση χρέους
δεν αποτελεί αναπόφευκτη
εξέλιξη. Εάν, όμως, οι
δημοσιονομικές
ανισορροπίες επιμείνουν
και η πολιτική
αβεβαιότητα εμποδίσει
την εφαρμογή αξιόπιστου
σχεδίου προσαρμογής, οι
πιέσεις θα μπορούσαν να
ενταθούν.
Το διακύβευμα ξεπερνά τη
Γαλλία: αφορά την
ανθεκτικότητα της
Ευρωζώνης, τη δυνατότητα
των ευρωπαϊκών θεσμών να
αντιμετωπίσουν μια κρίση
σε μία από τις
μεγαλύτερες οικονομίες
της και την εμπιστοσύνη
των επενδυτών στο κοινό
νόμισμα.
|