| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 22/10/2026

   

 

Ταχύτερα από τις επίσημες προβλέψεις αναμένεται να ξεπεράσει η Γαλλία το όριο των 100 δισ. ευρώ ετησίως για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της, καθώς η άνοδος του κόστους δανεισμού επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τα δημόσια οικονομικά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσίασε ο γενικός εισηγητής του νέου Προϋπολογισμού στην Εθνοσυνέλευση, Φιλίπ Ζιβέν, οι πληρωμές τόκων θα υπερβούν το συγκεκριμένο επίπεδο ήδη από το 2028, νωρίτερα από ό,τι είχε προβλέψει ο υπουργός Οικονομικών, Ρολάν Λεσκίρ.

Πριν από δύο εβδομάδες, ο Λεσκίρ είχε προειδοποιήσει την Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα διαμορφωνόταν στα 91 δισ. ευρώ το 2027, με πιθανότητα να ξεπεράσει τα 100 δισ. ευρώ πριν από το 2030. Ωστόσο, τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι η επιβάρυνση θα είναι σημαντικά μεγαλύτερη.

 

Την ίδια στιγμή, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου έχει ήδη υπερβεί το 5%, φθάνοντας στο 5,01%. Η εξέλιξη αυτή δυσχεραίνει περαιτέρω τη διαχείριση του δημόσιου χρέους της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάπτυξη παραμένει ασθενική και οι δημοσιονομικές πιέσεις εντείνονται.

Οι προβλέψεις για τους τόκους έως το 2030

Με βάση την έκθεση του Ζιβέν, οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του γαλλικού δημόσιου χρέους αναμένεται να αυξηθούν από 79,2 δισ. ευρώ το 2026 σε 125,8 δισ. ευρώ το 2030. Το δημόσιο χρέος έχει ήδη ανέλθει σε περίπου 3,6 τρισ. ευρώ, αντιστοιχώντας σε περισσότερο από το 119% του ΑΕΠ.

Έτος

Εκτιμώμενο κόστος εξυπηρέτησης χρέους

2026

79,2 δισ. ευρώ

2027

91,2 δισ. ευρώ

2028

103,7 δισ. ευρώ

2029

114,8 δισ. ευρώ

2030

125,8 δισ. ευρώ

Οι προβλέψεις συνεπάγονται αύξηση των ετήσιων πληρωμών τόκων κατά περίπου 46,6 δισ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια. Πρόκειται για μια σημαντική επιβάρυνση, η οποία περιορίζει τα περιθώρια της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει άλλες δημόσιες δαπάνες ή να αντιμετωπίσει νέες οικονομικές πιέσεις.

Σύμφωνα με ανάλυση του Στεφάν Λουανιόν στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos», οι τόκοι αντιστοιχούν στο 2,6% του ΑΕΠ το 2026 και αναμένεται να αυξηθούν στο 2,9% το 2027, πριν φθάσουν στο 3,7% το 2030.

Η πορεία αυτή εξαρτάται, ωστόσο, τόσο από το κόστος δανεισμού όσο και από την εξέλιξη του ονομαστικού ΑΕΠ. Η γαλλική οικονομία κινείται με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με τις προβλέψεις για το 2026 να κυμαίνονται από 0,4% έως 0,8%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Γαλλίας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αντίστοιχα. Επομένως, μια επιδείνωση της οικονομικής δραστηριότητας θα μπορούσε να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τη σταθεροποίηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Η άνοδος των αποδόσεων αυξάνει τον κίνδυνο

Ένα από τα βασικά προβλήματα για τη γαλλική κυβέρνηση είναι ότι οι δημοσιονομικές της προβλέψεις στηρίζονται σε χαμηλότερα επιτόκια από εκείνα που καταγράφονται σήμερα στην αγορά.

Το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών υπολογίζει ότι η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου θα διαμορφωθεί στο 4,2% στο τέλος του 2026 και στο 4,3% το 2027, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα και τα επόμενα χρόνια. Η ήδη καταγεγραμμένη άνοδος πάνω από το 5% δημιουργεί, ωστόσο, σημαντική απόκλιση από αυτές τις παραδοχές.

Όπως επισημαίνει ο Λουανιόν, το υψηλό επίπεδο του γαλλικού χρέους καθιστά τα δημόσια οικονομικά ιδιαίτερα ευαίσθητα στις μεταβολές των επιτοκίων. Σε συνέντευξή της στην «La Tribune Dimanche», η πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αμελί ντε Μοντσαλέν, εκτίμησε ότι μια αύξηση των επιτοκίων κατά μία ποσοστιαία μονάδα θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 40 δισ. ευρώ στο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους σε ορίζοντα επταετίας.

Η ίδια προειδοποίησε για τον κίνδυνο «οικονομικού στραγγαλισμού», καθώς η αύξηση των τόκων απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων δημοσιονομικών πόρων. Όσο υψηλότερο είναι το κόστος δανεισμού, τόσο δυσκολότερη γίνεται η μείωση του ελλείμματος χωρίς περικοπές δαπανών ή πρόσθετα έσοδα.

Δύσκολος ο στόχος για έλλειμμα κάτω από 3% του ΑΕΠ

Η δημοσιονομική στρατηγική της Γαλλίας βασίζεται στην προσδοκία ότι το έλλειμμα θα υποχωρήσει κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2029, στο 2,8%, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της χώρας έναντι των Ευρωπαίων εταίρων της.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ο Προϋπολογισμός του 2027 θα πρέπει να μειώσει το έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ. Στη συνέχεια, θα απαιτηθεί νέα μείωση κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα τόσο το 2028 όσο και το 2029, μια ιδιαίτερα απαιτητική πορεία δεδομένης της αύξησης των τόκων και των αβεβαιοτήτων γύρω από την οικονομική ανάπτυξη.

Το σχέδιο για το 2027 προβλέπει περιορισμό του ελλείμματος κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες, υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστούν πλήρως μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής ύψους 43 δισ. ευρώ. Η επίτευξη του στόχου δεν θεωρείται δεδομένη, ενώ κάθε απόκλιση θα δυσκολέψει την προσπάθεια για τα επόμενα χρόνια.

Το πρόβλημα είναι ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα προστίθενται στο δημόσιο χρέος, εφόσον δεν καλύπτονται από άλλες πηγές χρηματοδότησης. Παράλληλα, οι αυξημένες πληρωμές τόκων περιορίζουν το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει η δημοσιονομική προσαρμογή.

Ο Φιλίπ Ζιβέν προειδοποιεί ότι η Γαλλία χάνει σταδιακά τη δημοσιονομική της ευελιξία, καθώς οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, τα επιτόκια και τις τιμές του πετρελαίου στηρίζονται σε παραδοχές που ενδέχεται να μην επιβεβαιωθούν. Ζητά, ως εκ τούτου, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ανάσχεση της αύξησης του χρέους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο συνταξιοδοτικό σύστημα.

Το συνταξιοδοτικό στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης

Η συζήτηση για τις συντάξεις αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα δυσκολότερα πεδία της γαλλικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι κυβερνήσεις του Εμανουέλ Μακρόν έχουν δρομολογήσει τη σταδιακή αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης, ενώ η Μαρίν Λεπέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά έχουν υποστηρίξει την αντιστροφή αυτής της πολιτικής, με επαναφορά της ηλικίας στα 62 έτη και, υπό προϋποθέσεις, στα 60.

Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις αναδεικνύουν τη δυσκολία εξεύρεσης πολιτικά αποδεκτών λύσεων για τη μείωση των δαπανών, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση καλείται να περιορίσει το έλλειμμα και να συγκρατήσει την αύξηση του χρέους.

Η πολιτική αβεβαιότητα προστίθεται στους οικονομικούς κινδύνους, καθώς η δυνατότητα εφαρμογής μακροπρόθεσμων δημοσιονομικών μέτρων εξαρτάται και από τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης και τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες.

Δύο σενάρια για το κόστος του χρέους

Οι εκτιμήσεις του ανεξάρτητου γαλλικού ερευνητικού Ινστιτούτου Rexecode δείχνουν πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η μελλοντική επιβάρυνση, ανάλογα με την πορεία των επιτοκίων και το ύψος του πρωτογενούς ελλείμματος.

Σε ένα ευνοϊκό σενάριο, με την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου να υποχωρεί στο 3% και το πρωτογενές έλλειμμα να περιορίζεται στο 1,5% του ΑΕΠ, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα μπορούσε να διαμορφωθεί στο 3,4% του ΑΕΠ το 2030.

Αντίθετα, σε ένα δυσμενές σενάριο, με την απόδοση του ομολόγου να αυξάνεται στο 6% και το πρωτογενές έλλειμμα να φθάνει στο 4% του ΑΕΠ, η σχετική επιβάρυνση θα μπορούσε να αγγίξει το 4,9% του ΑΕΠ.

Οι αποκλίσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η πορεία των γαλλικών δημόσιων οικονομικών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες χρηματοδότησης στις αγορές, αλλά και από την ικανότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τα ελλείμματα χωρίς να ανακόψει περαιτέρω την ανάπτυξη.

Κατά την ακρόασή του στη Γερουσία, ο επικεφαλής οικονομολόγος της Rexecode, Αντονί Μορλέ-Λαβινταλί, προειδοποίησε ότι η Γαλλία οδεύει προς επίπεδα πληρωμών τόκων χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της Πέμπτης Δημοκρατίας. Με το δημόσιο χρέος να βρίσκεται ήδη σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και τις αποδόσεις των ομολόγων να αυξάνονται, η διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και η σταδιακή δημοσιονομική εξυγίανση αποκτούν καθοριστική σημασία.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum