|
Γιατί οι πιέσεις στη
Γαλλία δεν μεταφέρονται
αυτόματα σε όλη την
Ευρωζώνη
Ο επικεφαλής
οικονομολόγος Ευρώπης
της Capital
Economics,
Andrew
Kenningham,
εκτιμά ότι η Γαλλία
οδεύει προς μια περίοδο
εντονότερης
δημοσιονομικής πίεσης, η
οποία ενδέχεται να
οδηγήσει σε περαιτέρω
άνοδο των αποδόσεων των
κρατικών ομολόγων της.
Ωστόσο, σύμφωνα με την
ανάλυσή του, οι θεσμικές
δικλίδες της Ευρωζώνης
περιορίζουν την
πιθανότητα η κρίση να
επεκταθεί σε ολόκληρη
την αγορά κρατικού
χρέους.
Αντίστοιχη είναι η
προσέγγιση του
Ismael
García
Puente,
αναπληρωτή διευθυντή
επενδυτικής στρατηγικής
της Mapfre
AM.
Όπως επισημαίνει, για να
εξελιχθεί η γαλλική
δημοσιονομική κρίση σε
μια γενικευμένη
χρηματοπιστωτική
αναταραχή θα έπρεπε να
συντρέχουν τρεις
προϋποθέσεις:
Η γαλλική κυβέρνηση να
αρνείται την ανάγκη
δημοσιονομικής
προσαρμογής.
Οι ευρωπαϊκοί εταίροι να
επιτρέπουν την
ανεξέλεγκτη επιδείνωση
της κατάστασης.
Να απουσιάζουν τα
θεσμικά εργαλεία που θα
μπορούσαν να περιορίσουν
την κρίση.
Κατά τον García
Puente,
οι τρεις αυτές συνθήκες
δεν φαίνεται να
συντρέχουν σήμερα. Η
ύπαρξη ευρωπαϊκών
μηχανισμών παρέμβασης
και η διαφορετική
κατάσταση του τραπεζικού
συστήματος σε σχέση με
τις αρχές της δεκαετίας
του 2010 αποτελούν
παράγοντες που
περιορίζουν τον κίνδυνο
μετάδοσης.
Οι γαλλικές επιχειρήσεις
δεν δανείζονται με τους
ίδιους όρους με το
κράτος
Ένα από τα στοιχεία που
διαφοροποιούν τη
σημερινή κατάσταση είναι
ότι η αύξηση του κόστους
δανεισμού του γαλλικού
Δημοσίου δεν έχει
μεταφερθεί με την ίδια
ένταση στον ιδιωτικό
τομέα.
Οι αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων έχουν
αυξηθεί περισσότερο από
το κόστος χρηματοδότησης
αρκετών μεγάλων γαλλικών
επιχειρήσεων. Έτσι,
εταιρείες όπως η
LVMH
και η Airbus
μπορούν να δανείζονται
με αποδόσεις χαμηλότερες
από εκείνες που απαιτούν
οι επενδυτές για το
γαλλικό κρατικό χρέος.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι οι αγορές
εξακολουθούν να
διαφοροποιούν τον
πιστωτικό κίνδυνο του
γαλλικού Δημοσίου από
εκείνον μεγάλων
εταιρικών εκδοτών. Δεν
αποκλείεται, πάντως, μια
παρατεταμένη επιδείνωση
της δημοσιονομικής
εικόνας να επηρεάσει
σταδιακά και τις
συνθήκες χρηματοδότησης
των επιχειρήσεων.
Σημαντική είναι και η
περιορισμένη έκθεση των
γαλλικών τραπεζών στο
εγχώριο κρατικό χρέος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρατίθενται στην
ανάλυση, τα γαλλικά
κρατικά ομόλογα
αντιστοιχούν σε περίπου
2% του συνολικού
ενεργητικού των εγχώριων
τραπεζών, ποσοστό
αισθητά χαμηλότερο από
τις αντίστοιχες εκθέσεις
τραπεζών στην Ιταλία και
την Ισπανία.
Αυτό περιορίζει έναν από
τους βασικούς
μηχανισμούς μετάδοσης
που είχαν επιδεινώσει
την κρίση της Ευρωζώνης
στις αρχές της
προηγούμενης δεκαετίας:
τη σύνδεση μεταξύ της
επιδείνωσης της
πιστοληπτικής εικόνας
του κράτους και της
κεφαλαιακής κατάστασης
των εγχώριων τραπεζών.
Η ΕΚΤ διαθέτει πλέον
εργαλεία που δεν υπήρχαν
στην προηγούμενη κρίση
Κατά την περίοδο
2010-2012, η Ευρωζώνη
αντιμετώπισε σοβαρές
δυσκολίες στον
συντονισμό της
οικονομικής πολιτικής
και δεν διέθετε το
σημερινό σύνολο
μηχανισμών για την
αντιμετώπιση
αδικαιολόγητων πιέσεων
στις αγορές κρατικών
ομολόγων.
Σήμερα, η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα έχει
στη διάθεσή της, μεταξύ
άλλων, το Μέσο
Προστασίας της Μετάδοσης
της Νομισματικής
Πολιτικής (Transmission
Protection
Instrument
– TPI).
Το εργαλείο αυτό έχει
σχεδιαστεί ώστε να
αντιμετωπίζει
αδικαιολόγητες και
άτακτες κινήσεις στις
αποδόσεις κρατικών
ομολόγων, όταν αυτές
απειλούν την ομαλή
μετάδοση της
νομισματικής πολιτικής
στις χώρες της
Ευρωζώνης.
Η ύπαρξή του λειτουργεί
ως θεσμικό ανάχωμα
απέναντι στον κίνδυνο οι
πιέσεις σε μία χώρα να
οδηγήσουν σε αλυσιδωτές
ανατιμολογήσεις του
κρατικού κινδύνου σε
άλλες οικονομίες.
Η ενεργοποίησή του,
ωστόσο, δεν είναι
αυτόματη ούτε ανεξάρτητη
από προϋποθέσεις. Η
δημοσιονομική πολιτική
και η συμμόρφωση με το
ευρωπαϊκό πλαίσιο έχουν
σημασία, ενώ η ΕΚΤ θα
πρέπει να κρίνει αν οι
πιέσεις συνιστούν
αδικαιολόγητη διαταραχή
της αγοράς.
Οι υπόλοιπες οικονομίες
εμφανίζουν λιγότερες
ανισορροπίες
Ένας ακόμη παράγοντας
που περιορίζει τον
κίνδυνο γενικευμένης
κρίσης είναι η εικόνα
των υπόλοιπων μεγάλων
οικονομιών της
Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με την ανάλυση
της Mapfre
AM,
οι περισσότερες μεγάλες
οικονομίες της περιοχής,
με εξαίρεση την Ελλάδα,
εμφανίζουν ισορροπημένα
ισοζύγια τρεχουσών
συναλλαγών ή
πλεονάσματα. Παράλληλα,
το ιδιωτικό χρέος
θεωρείται διαχειρίσιμο
και οι αγορές ακινήτων
εμφανίζουν μεγαλύτερη
σταθερότητα σε σχέση με
προηγούμενες περιόδους
χρηματοπιστωτικής
αναταραχής.
Επιπλέον, ο πολιτικός
κίνδυνος διάσπασης του
ενιαίου νομίσματος έχει
περιοριστεί σε σχέση με
την περίοδο της κρίσης
χρέους. Η Marine
Le
Pen
έχει εγκαταλείψει εδώ
και χρόνια την πρόταση
εξόδου της Γαλλίας από
το ευρώ, ενώ αντίστοιχες
προτάσεις για παράλληλο
νόμισμα στην Ιταλία δεν
βρίσκονται πλέον στο
επίκεντρο της πολιτικής
συζήτησης.
Αυτό δεν εξαλείφει τους
κινδύνους από μια
δημοσιονομική κρίση στη
Γαλλία, περιορίζει όμως
την πιθανότητα να
μετατραπεί σε
αμφισβήτηση της ίδιας
της βιωσιμότητας του
ευρώ.
Το ακραίο σενάριο:
Spreads
στις 400-500 μονάδες
βάσης
Παρά τη συγκρατημένη
εκτίμηση για τον κίνδυνο
μετάδοσης, η
Capital
Economics
προειδοποιεί ότι μια
ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ
μιας μελλοντικής
γαλλικής κυβέρνησης και
των ευρωπαϊκών θεσμών
για τους δημοσιονομικούς
κανόνες θα μπορούσε να
προκαλέσει πολύ
μεγαλύτερη αναταραχή.
Σε ένα τέτοιο σενάριο,
τα spreads
των γαλλικών ομολόγων
έναντι των γερμανικών
Bunds
θα μπορούσαν να κινηθούν
προς τις 400-500 μονάδες
βάσης, προσεγγίζοντας τα
επίπεδα που είχαν
καταγραφεί στην Ιταλία
κατά την κρίση του 2012.
Η Capital
Economics
χαρακτηρίζει αυτή την
εξέλιξη ακραίο
ενδεχόμενο και όχι
βασικό σενάριο. Ωστόσο,
η προειδοποίηση
αναδεικνύει τη σημασία
της πολιτικής
διαχείρισης του
δημοσιονομικού
προβλήματος.
Η πορεία των
spreads
θα εξαρτηθεί σε μεγάλο
βαθμό από το κατά πόσο η
Γαλλία θα παρουσιάσει
αξιόπιστο σχέδιο
περιορισμού του
ελλείμματος και από το
αν θα μπορέσει να
διατηρήσει λειτουργική
σχέση με τους
ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες
είναι σήμερα ισχυρότερες
Η κατάσταση του
τραπεζικού συστήματος
αποτελεί ακόμη μία
σημαντική διαφορά σε
σχέση με την προηγούμενη
κρίση χρέους.
Ο García
Puente
επισημαίνει ότι οι
ευρωπαϊκές τράπεζες
διαθέτουν σήμερα
ισχυρότερη κεφαλαιακή
βάση και διαδραματίζουν
σημαντικό ρόλο στη
χρηματοδότηση των
κρατικών προγραμμάτων
στήριξης και των
επενδύσεων.
Η έκθεσή τους στο
γαλλικό χρέος μπορεί να
δημιουργήσει
βραχυπρόθεσμες πιέσεις,
εάν οι αποδόσεις
συνεχίσουν να αυξάνονται
και οι τιμές των
ομολόγων υποχωρούν.
Ωστόσο, η Mapfre
AM
θεωρεί ότι τα θεμελιώδη
μεγέθη των ευρωπαϊκών
τραπεζών παραμένουν
ισχυρά.
Η διάκριση είναι
ουσιαστική: μια αύξηση
των αποδόσεων μπορεί να
προκαλέσει ζημιές
αποτίμησης και να
επηρεάσει το επενδυτικό
κλίμα, χωρίς αυτό να
σημαίνει αυτομάτως ότι
δημιουργείται τραπεζική
κρίση.
Το ευρώ παραμένει υπό
πίεση
Παρά την εκτίμηση ότι ο
κίνδυνος συστημικής
κρίσης παραμένει
περιορισμένος, η
Mapfre
AM
διατηρεί μετρίως
αρνητική στάση απέναντι
στο ευρώ έναντι του
δολαρίου.
Βασικός λόγος είναι οι
διαρθρωτικά υψηλότερες
πληθωριστικές προσδοκίες
στις ΗΠΑ, οι οποίες θα
μπορούσαν να διατηρήσουν
τις διαφορές επιτοκίων
μεταξύ των δύο πλευρών
του Ατλαντικού προς
όφελος του αμερικανικού
νομίσματος.
Η δημοσιονομική
αβεβαιότητα στη Γαλλία
αποτελεί πρόσθετο
παράγοντα που μπορεί να
επιβαρύνει το επενδυτικό
κλίμα για το ενιαίο
νόμισμα, χωρίς να
συνεπάγεται απαραίτητα
ότι επίκειται κρίση στην
ίδια την Ευρωζώνη.
Τα εταιρικά αποτελέσματα
θα καθορίσουν την πορεία
των μετοχών
Σε ό,τι αφορά τις
διεθνείς
χρηματιστηριακές αγορές,
η Mapfre
AM
θεωρεί ότι τα εταιρικά
αποτελέσματα του τρίτου
τριμήνου θα
διαδραματίσουν
καθοριστικό ρόλο στη
διατήρηση των σημερινών
αποτιμήσεων.
Οι αναλυτές έχουν
διαμορφώσει σχετικά
συντηρητικές προσδοκίες,
γεγονός που αφήνει
περιθώριο για θετικές
εκπλήξεις εφόσον οι
επιδόσεις των
επιχειρήσεων αποδειχθούν
καλύτερες από τις
προβλέψεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η σταδιακή
διεύρυνση των επενδύσεων
σε υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης προς
περισσότερους κλάδους
της οικονομίας. Η
μετάβαση από την αρχική
ανάπτυξη των υποδομών σε
ευρύτερη επιχειρηματική
αξιοποίηση της
τεχνολογίας θα μπορούσε
να δημιουργήσει νέες
πηγές ανάπτυξης και να
στηρίξει τα εταιρικά
κέρδη.
Το κρίσιμο στοίχημα για
τη Γαλλία και την
Ευρωζώνη
Η διεύρυνση των γαλλικών
spreads
αποτελεί σαφή ένδειξη
ότι οι αγορές απαιτούν
μεγαλύτερη αποζημίωση
για τον δημοσιονομικό
κίνδυνο της χώρας. Δεν
αποτελεί, όμως, από μόνη
της ένδειξη ότι η
Ευρωζώνη βρίσκεται
μπροστά σε επανάληψη της
κρίσης του 2010-2012.
Οι θεσμικές δικλίδες της
ΕΚΤ, η ισχυρότερη
κεφαλαιακή θέση των
τραπεζών και οι
μικρότερες εξωτερικές
ανισορροπίες άλλων
οικονομιών περιορίζουν
τον κίνδυνο μετάδοσης.
Το βασικό ερώτημα είναι
αν η Γαλλία θα καταφέρει
να αντιμετωπίσει τις
δημοσιονομικές της
δυσκολίες χωρίς να έρθει
σε μετωπική σύγκρουση με
την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εάν υπάρξει αξιόπιστη
δημοσιονομική
προσαρμογή, οι πιέσεις
θα μπορούσαν να
παραμείνουν κυρίως στη
γαλλική αγορά ομολόγων.
Εάν, αντίθετα, η
πολιτική αβεβαιότητα
οδηγήσει σε παρατεταμένη
σύγκρουση με τους
ευρωπαϊκούς θεσμούς, ο
κίνδυνος σημαντικής
διεύρυνσης των
spreads
θα αυξηθεί.
Πηγή: Capital Economics,
Mapfre AM
|