|
Η Γαλλία πλησιάζει το
120%
Η επιδείνωση δεν είναι
συγκυριακή.
Στο τέλος του 2025, το
γαλλικό δημόσιο χρέος
ανερχόταν στο
115,6% του ΑΕΠ,
ενώ το δημοσιονομικό
έλλειμμα είχε
διαμορφωθεί στο
5,1% του ΑΕΠ.
Το γαλλικό υπουργείο
Οικονομικών εκτιμά πλέον
ότι το χρέος θα φθάσει
το 119,3% του
ΑΕΠ το 2026 και
θα αυξηθεί περαιτέρω στο
121,7% το 2027.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία επειδή
η Γαλλία δεν
αντιμετωπίζει μόνο το
πρόβλημα του υψηλού
αποθέματος χρέους.
Αντιμετωπίζει ταυτόχρονα
υψηλό έλλειμμα,
χαμηλή ανάπτυξη και
αυξανόμενο κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους.
Το σχέδιο των 54 δισ.
ευρώ
Σε αυτό το περιβάλλον, η
κυβέρνηση του
πρωθυπουργού
Σεμπαστιάν Λεκορνί
επιχειρεί να παρουσιάσει
έναν προϋπολογισμό με
σημαντικές περικοπές.
Ο στόχος είναι η
εξοικονόμηση περίπου
54 δισ. ευρώ
στον προϋπολογισμό του
2027, με
παράλληλη προσπάθεια
περιορισμού του
ελλείμματος στο
5% του ΑΕΠ.
Το πρόβλημα, ωστόσο,
είναι ότι η κυβέρνηση
δεν διαθέτει άνετη
κοινοβουλευτική
πλειοψηφία. Επομένως, η
έγκριση των μέτρων θα
απαιτήσει δύσκολες
πολιτικές ισορροπίες.
Και η πίεση αυξάνεται
ήδη στους δρόμους, καθώς
δημόσιοι υπάλληλοι και
μαθητές συμμετείχαν στις
29 Σεπτεμβρίου σε
διαδηλώσεις κατά των
προτεινόμενων περικοπών.
Οι αγορές ζητούν
δημοσιονομική προσαρμογή
Το ζήτημα πλέον δεν
περιορίζεται στην
πολιτική αντιπαράθεση.
Το κόστος δανεισμού της
Γαλλίας έχει αυξηθεί
σημαντικά. Η απόδοση του
γαλλικού 10ετούς έχει
φθάσει περίπου στο
4,7%,
επίπεδο που δεν είχε
παρατηρηθεί από την
περίοδο της παγκόσμιας
χρηματοπιστωτικής
κρίσης.
Παράλληλα, η διαφορά
απόδοσης του γαλλικού
10ετούς έναντι του
γερμανικού έχει
ξεπεράσει τις
110 μονάδες βάσης,
αντανακλώντας το
αυξημένο ασφάλιστρο
κινδύνου που ζητούν οι
επενδυτές για τη
διακράτηση γαλλικού
χρέους.
Αυτό δημιουργεί έναν
ιδιαίτερα δύσκολο
μηχανισμό:
υψηλότερο χρέος →
υψηλότεροι τόκοι →
μεγαλύτερες ανάγκες
χρηματοδότησης →
μεγαλύτερη πίεση για
περικοπές → πολιτικό
κόστος.
Η ανάπτυξη δεν βοηθά
Το πρόβλημα γίνεται πιο
σύνθετο επειδή η γαλλική
οικονομία δεν διαθέτει
αυτή τη στιγμή την
αναπτυξιακή δυναμική που
θα μπορούσε να
περιορίσει το βάρος του
χρέους μέσω της αύξησης
του ονομαστικού ΑΕΠ.
Ταυτόχρονα, η ενεργειακή
κρίση επιβαρύνει τα
δημόσια οικονομικά. Η
κυβέρνηση έχει ήδη
διευρύνει τα μέτρα
στήριξης απέναντι στις
υψηλές τιμές καυσίμων,
με το πρόσθετο κόστος
των νέων παρεμβάσεων να
φθάνει περίπου τα
450 εκατ. ευρώ.
Έτσι, η κυβέρνηση
καλείται να μειώσει τις
δαπάνες την ίδια στιγμή
που αυξάνονται οι
πιέσεις για νέα μέτρα
στήριξης νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
Ο στόχος του 3%
απομακρύνεται
Η Γαλλία εξακολουθεί να
έχει ως μακροπρόθεσμο
στόχο τη μείωση του
δημοσιονομικού
ελλείμματος κάτω από το
όριο του 3% του
ΑΕΠ, όπως
προβλέπουν οι
δημοσιονομικοί κανόνες
της ΕΕ.
Ωστόσο, η επίτευξη του
στόχου έως το 2029 έχει
ήδη κριθεί δύσκολη από
ανεξάρτητους
δημοσιονομικούς φορείς
και διεθνείς
οργανισμούς.
Το πρόβλημα είναι ότι
κάθε χρόνο που περνά
χωρίς ουσιαστική
δημοσιονομική
προσαρμογή, το σημείο
εκκίνησης γίνεται
δυσκολότερο.
Και όσο αυξάνονται οι
αποδόσεις των ομολόγων,
τόσο μεγαλύτερο μέρος
των κρατικών εσόδων
κατευθύνεται στην
εξυπηρέτηση του
υφιστάμενου χρέους,
περιορίζοντας τον
δημοσιονομικό χώρο για
επενδύσεις, κοινωνικές
δαπάνες και φορολογικές
ελαφρύνσεις.
Γιατί η Γαλλία απασχολεί
πλέον τις αγορές
Η Γαλλία δεν βρίσκεται
σε κατάσταση αντίστοιχη
με την ελληνική κρίση
χρέους του 2010. Το
μέγεθος της οικονομίας
της, η θέση της στην
Ευρωζώνη και η βαθιά
αγορά κρατικών ομολόγων
την καθιστούν εντελώς
διαφορετική περίπτωση.
Ωστόσο, οι αγορές
εξετάζουν πλέον με
μεγαλύτερη προσοχή τον
συνδυασμό
χρέους, ελλείμματος,
πολιτικής αβεβαιότητας
και κόστους δανεισμού.
Η Τράπεζα της Γαλλίας
έχει προειδοποιήσει ότι
το Παρίσι δεν μπορεί να
βασίζεται στην Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα για να
λύσει τα δημοσιονομικά
του προβλήματα. Ο
διοικητής της, Εμανουέλ
Μουλέν, υπογράμμισε ότι
απαιτούνται εθνικά μέτρα
για τη μείωση του
ελλείμματος και την
αποκατάσταση της
εμπιστοσύνης των αγορών.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον
είναι αν η Γαλλία μπορεί
να πετύχει μια αρκετά
μεγάλη δημοσιονομική
προσαρμογή χωρίς
να επιβαρύνει περαιτέρω
την ήδη ασθενή ανάπτυξη
και χωρίς να προκαλέσει
ακόμη μεγαλύτερη
πολιτική αστάθεια.
Για τις αγορές, αυτό
είναι το πραγματικό
στοίχημα του γαλλικού
προϋπολογισμού του 2027.
|