|
Η Γαλλία αρχίζει να
προβληματίζει
περισσότερο από την
Ιταλία
Ένα από τα πιο
χαρακτηριστικά σημάδια
της αλλαγής στην
επενδυτική αντίληψη
είναι η σύγκριση Γαλλίας
και Ιταλίας.
Για χρόνια, η Ιταλία
θεωρούνταν ο μεγάλος
δημοσιονομικός
πονοκέφαλος της
Ευρωζώνης. Σήμερα, όμως,
η εικόνα έχει αρχίσει να
αντιστρέφεται. Οι
Financial
Times
επισημαίνουν ότι η
Γαλλία εξελίσσεται πλέον
σε μεγαλύτερη πηγή
ανησυχίας για την αγορά
κρατικού χρέους.
Οι αριθμοί εξηγούν σε
μεγάλο βαθμό αυτή τη
μεταβολή. Το γαλλικό
χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ
έχει αυξηθεί από περίπου
114% το 2020 σε 117% το
2026. Στην Ιταλία,
αντίθετα, το αντίστοιχο
ποσοστό έχει μειωθεί από
περίπου 154% σε 139% την
ίδια περίοδο.
Ακόμη πιο ενδεικτική
είναι η συμπεριφορά της
αγοράς ομολόγων. Οι
αποδόσεις των γαλλικών
10ετών τίτλων έχουν
κινηθεί πάνω από τις
αντίστοιχες ιταλικές,
παρά το γεγονός ότι η
Ρώμη εξακολουθεί να έχει
σημαντικά υψηλότερο λόγο
χρέους προς ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι οι αγορές δεν
αξιολογούν πλέον τον
κίνδυνο αποκλειστικά με
βάση το ύψος του χρέους.
Η δημοσιονομική πορεία,
η πολιτική σταθερότητα
και η δυνατότητα μιας
κυβέρνησης να εφαρμόσει
μέτρα προσαρμογής έχουν
αποκτήσει μεγαλύτερη
βαρύτητα.
Ο προϋπολογισμός του
2027 στο επίκεντρο
Η επόμενη μεγάλη
δοκιμασία για το Παρίσι
είναι ο προϋπολογισμός
του 2027.
Η κυβέρνηση καλείται να
περιορίσει το έλλειμμα,
την ώρα που το πολιτικό
περιβάλλον παραμένει
κατακερματισμένο και οι
προεδρικές εκλογές του
2027 πλησιάζουν.
Ο στόχος είναι το
δημοσιονομικό έλλειμμα
να περιοριστεί στο 5%
του ΑΕΠ, από 5,1%
προηγουμένως. Η βελτίωση
είναι περιορισμένη και η
επίτευξη μεγαλύτερης
δημοσιονομικής
προσαρμογής αναμένεται
να είναι πολιτικά
δύσκολη.
Οι αγορές έχουν ήδη
αρχίσει να αποτυπώνουν
αυτή την αβεβαιότητα. Το
spread
μεταξύ των γαλλικών και
γερμανικών 10ετών
ομολόγων διευρύνθηκε για
τρίτο συνεχόμενο μήνα
και έφτασε περίπου στις
88 μονάδες βάσης, στο
υψηλότερο επίπεδο από τα
τέλη του 2024.
Ουσιαστικά, οι επενδυτές
απαιτούν πλέον υψηλότερη
απόδοση για να αναλάβουν
τον κίνδυνο της γαλλικής
αγοράς κρατικού χρέους.
Το κόστος εξυπηρέτησης
γίνεται όλο και
μεγαλύτερο πρόβλημα
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο
το συνολικό ύψος του
χρέους, αλλά και το
κόστος χρηματοδότησής
του.
Η Γαλλία βρίσκεται
μπροστά σε μια περίοδο
κατά την οποία θα πρέπει
να αναχρηματοδοτήσει
σημαντικές ποσότητες
ομολόγων που εκδόθηκαν
τα προηγούμενα χρόνια,
όταν τα επιτόκια
βρίσκονταν σε εξαιρετικά
χαμηλά επίπεδα.
Με τις σημερινές
αποδόσεις, το κόστος
αντικατάστασης αυτών των
τίτλων είναι υψηλότερο.
Αυτό δημιουργεί έναν
μηχανισμό που μπορεί να
επιβαρύνει περαιτέρω τα
δημόσια οικονομικά:
υψηλότερα επιτόκια
σημαίνουν περισσότερους
τόκους, οι αυξημένες
δαπάνες περιορίζουν τα
περιθώρια για μείωση του
ελλείμματος και η
μεγαλύτερη ανάγκη
δανεισμού μπορεί να
αυξήσει εκ νέου το
κόστος χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με εκτίμηση που
επικαλείται το
Reuters,
εάν δεν υπάρξει
ουσιαστικός περιορισμός
των δημόσιων δαπανών, το
ετήσιο κόστος
εξυπηρέτησης του
γαλλικού χρέους θα
μπορούσε να ανέλθει στα
124 δισ. ευρώ έως το
2030.
Και η ανάπτυξη δεν βοηθά
Το δημοσιονομικό
πρόβλημα γίνεται ακόμη
πιο σύνθετο λόγω των
χαμηλών ρυθμών
ανάπτυξης.
Η γαλλική κυβέρνηση έχει
περιορίσει την πρόβλεψή
της για την ανάπτυξη του
2026 στο 0,7%. Σε ένα
περιβάλλον χαμηλής
οικονομικής
δραστηριότητας, η αύξηση
των φορολογικών εσόδων
είναι πιο δύσκολη, ενώ
το χρέος παραμένει υψηλό
ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Το Παρίσι βρίσκεται
επομένως μπροστά σε ένα
δύσκολο δίλημμα. Από τη
μία πλευρά πρέπει να
περιορίσει τις δημόσιες
δαπάνες και να
αποκαταστήσει τη
δημοσιονομική ισορροπία.
Από την άλλη, μια
απότομη δημοσιονομική
σύσφιξη θα μπορούσε να
επιβαρύνει ακόμη
περισσότερο μια
οικονομία που ήδη
αναπτύσσεται με χαμηλούς
ρυθμούς.
Η Fitch
κρατά την πόρτα της
εμπιστοσύνης ανοιχτή
Παρά το δύσκολο
περιβάλλον, η
Fitch
δεν θεωρεί ότι η Γαλλία
έχει χάσει τα βασικά της
πλεονεκτήματα.
Ο οίκος διατηρεί την
αξιολόγηση A+
με σταθερή προοπτική,
αναγνωρίζοντας το
μέγεθος και τη
διαφοροποίηση της
γαλλικής οικονομίας, την
ισχύ του τραπεζικού
συστήματος και τη μεγάλη
και διαφοροποιημένη
επενδυτική βάση που
χρηματοδοτεί το γαλλικό
Δημόσιο.
Αυτό είναι ιδιαίτερα
σημαντικό: οι
δημοσιονομικές πιέσεις
δεν έχουν ακόμη
μετατραπεί σε κρίση
πιστοληπτικής
αξιοπιστίας.
Ωστόσο, η Fitch
υπογραμμίζει παράλληλα
το υψηλό και αυξανόμενο
επίπεδο του χρέους,
καθώς και το δύσκολο
πολιτικό και κοινωνικό
περιβάλλον που
περιορίζει τη δυνατότητα
εφαρμογής ουσιαστικών
μεταρρυθμίσεων.
Η αξιολόγηση A+
δεν αποτελεί επομένως
«λευκή επιταγή».
Αντιθέτως, δείχνει ότι η
Γαλλία διαθέτει ακόμη
σημαντικά αποθέματα
ανθεκτικότητας, αλλά η
πορεία των δημόσιων
οικονομικών θα είναι
καθοριστική για τη
διατήρησή τους.
Οι εκλογές του 2027
προσθέτουν έναν ακόμη
παράγοντα αβεβαιότητας
Το πολιτικό ρίσκο
αναμένεται να αυξηθεί
όσο πλησιάζουν οι
προεδρικές εκλογές του
2027.
Η προεκλογική περίοδος
αναμένεται να φέρει στο
προσκήνιο ζητήματα όπως
η φορολογία, οι δημόσιες
δαπάνες, οι κοινωνικές
παροχές και η
δημοσιονομική
προσαρμογή.
Το πρόβλημα για τις
αγορές είναι ότι
διαφορετικές πολιτικές
δυνάμεις προτείνουν πολύ
διαφορετικές οικονομικές
κατευθύνσεις. Αυτό
αυξάνει την αβεβαιότητα
σχετικά με το ποια
δημοσιονομική πολιτική
θα εφαρμοστεί τα επόμενα
χρόνια.
Και όσο υψηλότερο είναι
το χρέος, τόσο
μεγαλύτερη σημασία
αποκτά η πολιτική
προβλεψιμότητα.
Δεν υπάρχει ακόμη κρίση,
αλλά το καμπανάκι έχει
χτυπήσει
Η Γαλλία δεν βρίσκεται
σήμερα σε κατάσταση
αντίστοιχη με τις
κρίσεις χρέους που
συγκλόνισαν την Ευρωζώνη
πριν από περισσότερο από
μία δεκαετία.
Το μέγεθος της
οικονομίας, η
διαφοροποιημένη
παραγωγική βάση, το
ισχυρό χρηματοπιστωτικό
σύστημα και η μεγάλη
αγορά κρατικών ομολόγων
εξακολουθούν να
λειτουργούν ως
σημαντικές άμυνες.
Ωστόσο, η συμπεριφορά
των αγορών δείχνει ότι η
δημοσιονομική αξιοπιστία
της χώρας δεν θεωρείται
πλέον αυτονόητη.
Η Γαλλία έχει μπροστά
της έναν συνδυασμό
υψηλού χρέους, μεγάλων
χρηματοδοτικών αναγκών,
αυξημένου κόστους
δανεισμού, χαμηλής
ανάπτυξης και πολιτικής
αβεβαιότητας.
Το κρίσιμο στοίχημα για
το Παρίσι δεν είναι
επομένως απλώς να
περάσει τον επόμενο
προϋπολογισμό.
Είναι να πείσει τις
αγορές ότι μπορεί να
σταθεροποιήσει ένα χρέος
3,5 τρισ. ευρώ, να
μειώσει σταδιακά το
έλλειμμα και ταυτόχρονα
να διατηρήσει την
οικονομία σε τροχιά
ανάπτυξης.
Για μια οικονομία του
μεγέθους της Γαλλίας, η
εμπιστοσύνη των αγορών
δεν χάνεται από τη μία
ημέρα στην άλλη. Όμως,
όπως δείχνει πλέον η
αγορά ομολόγων, ούτε και
θεωρείται δεδομένη.
|