|
Η
συζήτηση δεν
περιορίζεται στη
στρατιωτική διάσταση. Το
κλείσιμο των τελευταίων
πυρηνικών σταθμών το
2023, εν μέσω
ενεργειακής κρίσης και
υψηλής εξάρτησης από
ρωσικούς
υδρογονάνθρακες, έχει
χαρακτηριστεί από
ορισμένους ως στρατηγικό
σφάλμα. Η αντικατάσταση
μέρους των εισαγωγών με
υγροποιημένο φυσικό
αέριο — κατά κύριο λόγο
από τις ΗΠΑ — μετέθεσε
την εξάρτηση χωρίς να
την εξαλείψει. Σήμερα, η
τρίτη μεγαλύτερη
οικονομία του κόσμου
εισάγει σχεδόν το 70%
της ενέργειας που
καταναλώνει, γεγονός που
θεωρείται γεωπολιτική
αδυναμία.
Σε
στρατιωτικό επίπεδο, η
συζήτηση έχει
μετακινηθεί σε πεδίο που
μέχρι πρόσφατα
θεωρούνταν ταμπού. Ο
στρατηγός της
Bundeswehr
Φρανκ Πίπερ έχει ταχθεί
υπέρ της απόκτησης
τακτικών πυρηνικών
όπλων, ενώ ο ιστορικός
Χάραλντ Μπίρμαν ζητά
ανοιχτό διάλογο για
εθνική ή ευρωπαϊκή
πυρηνική προστασία.
Ακόμη και ο
Joschka
Fischer,
ιστορικό στέλεχος των
Πρασίνων, υποστηρίζει
την ιδέα μιας ευρωπαϊκής
πυρηνικής δύναμης —
εντυπωσιακή μεταστροφή
για ένα κόμμα που
γεννήθηκε από το
ειρηνιστικό και
αντιπυρηνικό κίνημα της
δεκαετίας του 1980.
Η
αποτροπή δεν είναι
άγνωστη έννοια για τη
Γερμανία. Στο πλαίσιο
του ΝΑΤΟϊκού καθεστώτος
«nuclear
sharing»,
η γερμανική αεροπορία
μεταφέρει αμερικανικές
πυρηνικές βόμβες που
εκτιμάται ότι αριθμούν
10 έως 15. Ωστόσο, η
χώρα δεσμεύεται από τη
Treaty
on
the
Non-Proliferation
of
Nuclear
Weapons
και από τη Συνθήκη «2+4»
του 1990 που ρύθμισε την
επανένωσή της, γεγονός
που περιορίζει δραστικά
κάθε σκέψη για αυτόνομο
πυρηνικό πρόγραμμα.
Ο
καγκελάριος
Friedrich
Merz
έχει αναγνωρίσει ότι η
έξοδος από την πυρηνική
ενέργεια ήταν
«στρατηγικά λανθασμένη»,
χωρίς ωστόσο να
προχωρήσει σε ανατροπή
της απόφασης. Παράλληλα,
ίδρυσε Εθνικό Συμβούλιο
Ασφαλείας, επιχειρώντας
να ενισχύσει την
ικανότητα στρατηγικής
λήψης αποφάσεων — αν και
το ερώτημα «ποιος θα
είχε το δάχτυλο στο
κουμπί» παραμένει
πολιτικά και θεσμικά
εκρηκτικό.
Η
ενεργειακή εξάρτηση και
η αστάθεια της παραγωγής
από ανανεώσιμες πηγές —
ιδίως σε περιόδους «Dunkelflaute»,
δηλαδή συννεφιάς και
άπνοιας — εντείνουν τους
προβληματισμούς. Σε
τέτοιες φάσεις, η
Γερμανία αντλεί
σημαντικές ποσότητες
ηλεκτρικής ενέργειας από
το ευρωπαϊκό δίκτυο,
προκαλώντας συχνά
εντάσεις με εταίρους
όπως η Σουηδία.
Σήμερα,
η προοπτική μιας
γερμανικής πυρηνικής
βόμβας παραμένει μη
ρεαλιστική. Ωστόσο, η
χώρα καλείται να
ενισχύσει τη στρατιωτική
της συμβολή, να
διερευνήσει βαθύτερη
συνεργασία με τα γαλλικά
και βρετανικά πυρηνικά
προγράμματα και να
αποκαταστήσει την
ενεργειακή της
αυτονομία. Εάν η
Γερμανία έχει αρχίσει να
ξεπερνά το απόλυτο
ταμπού της πυρηνικής
αποτροπής, ίσως το
επόμενο βήμα να είναι
μια ψύχραιμη επανεξέταση
της ειρηνικής πυρηνικής
ενέργειας — ως στοιχείου
εθνικής ισχύος και
ευρωπαϊκής σταθερότητας.
|