|
Ωστόσο, πίσω από αυτή
την εικόνα υπάρχει ένα
παράδοξο: παρά τη
δυσαρέσκεια, οι
Αμερικανοί δεν έχουν
σταματήσει να
καταναλώνουν. Συνέχισαν
να ξοδεύουν ακόμη και
όταν οι μισθοί τους δεν
ακολουθούσαν τις τιμές,
όταν τα υψηλά επιτόκια
περιόριζαν την
αγοραστική τους δύναμη
και όταν οι δασμοί
επιβάρυναν το κόστος των
προϊόντων.
Ακόμη και κατά τη
διάρκεια της μεγαλύτερης
διακοπής λειτουργίας της
ομοσπονδιακής
κυβέρνησης, η κατανάλωση
δεν κατέρρευσε. Σε
ορισμένες περιπτώσεις,
μάλιστα, στοιχεία της
Federal
Reserve
έδειξαν ότι τα
νοικοκυριά αγόραζαν
περισσότερα, παρά το
γεγονός ότι δήλωναν πως
περιόριζαν τις δαπάνες
τους εξαιτίας της
ακρίβειας.
Αυτό οδηγεί σε ένα
κρίσιμο συμπέρασμα: η
προσιτότητα των αγαθών
και των υπηρεσιών
αποτελεί αυτή τη στιγμή
πρωτίστως πολιτική
κρίση, χωρίς αυτό να
σημαίνει ότι δεν
υπάρχουν σοβαρά
οικονομικά προβλήματα
για εκατομμύρια
Αμερικανούς.
Το οικονομικό παράδοξο:
Υψηλότερα εισοδήματα,
αλλά μεγαλύτερη
δυσαρέσκεια
Οι οικονομολόγοι
επισημαίνουν ότι η
έννοια της προσιτότητας
δεν έχει μία ενιαία
οικονομική ερμηνεία.
Η Betsey
Stevenson,
πρώην οικονομική
σύμβουλος του Μπαράκ
Ομπάμα και καθηγήτρια
δημόσιας πολιτικής στο
Πανεπιστήμιο του
Μίσιγκαν, εξηγεί ότι οι
διαθέσιμοι πόροι είναι
περιορισμένοι, ενώ οι
επιθυμίες των ανθρώπων
είναι ουσιαστικά
απεριόριστες. Κάθε
επιλογή έχει κόστος και
η δυνατότητα αγοράς ενός
αγαθού εξαρτάται από το
τι είναι διατεθειμένος
να θυσιάσει κάποιος για
να το αποκτήσει.
Για δεκαετίες, οι
Αμερικανοί είχαν την
αίσθηση ότι μπορούσαν να
αποκτούν ολοένα
περισσότερα αγαθά και
υπηρεσίες χωρίς να
χρειάζεται να
περιορίζουν σημαντικά
άλλες ανάγκες τους. Η
αίσθηση αυτή έχει πλέον
εξασθενήσει.
Ο Jason
Furman,
πρώην οικονομικός
σύμβουλος του Ομπάμα και
καθηγητής στο Χάρβαρντ,
περιγράφει την αντίθεση
ανάμεσα στην εικόνα που
έχει η κοινωνία για την
οικονομία και στα
συνολικά οικονομικά
δεδομένα ως «δυστυχία
μέσα στην ευημερία».
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρουσίασε σε ομιλία
του στην Federal
Reserve
Bank
of
St.
Louis,
το πραγματικό
οικογενειακό εισόδημα
στις ΗΠΑ είναι περίπου
70% υψηλότερο από ό,τι
το 1970. Μεγαλύτερο
ποσοστό του πληθυσμού
ολοκληρώνει τη
δευτεροβάθμια εκπαίδευση
και φοιτά σε
πανεπιστήμια, ενώ έχουν
βελτιωθεί η ποιότητα
πολλών αγαθών, οι
συνθήκες στέγασης, τα
αποτελέσματα στην υγεία
και το προσδόκιμο ζωής.
Παράλληλα, τα πραγματικά
εισοδήματα των
χαμηλόμισθων εργαζομένων
αυξήθηκαν την τελευταία
δεκαετία με ρυθμούς που,
σύμφωνα με τον
Furman,
δεν είχαν καταγραφεί σε
αντίστοιχη περίοδο κατά
το προηγούμενο μισό του
αιώνα.
Αυτές οι μακροχρόνιες
βελτιώσεις, ωστόσο, δεν
αρκούν για να
αντισταθμίσουν την πίεση
που αισθάνονται σήμερα
τα νοικοκυριά από το
κόστος των βασικών
αναγκών.
Η ακρίβεια παραμένει
πολιτικό πρόβλημα για
τον Τραμπ
Η δυσαρέσκεια των
πολιτών δεν περιορίζεται
στις πολιτικές επιλογές
ενός συγκεκριμένου
προέδρου. Αποτελεί ένα
σταθερό χαρακτηριστικό
των τελευταίων εκλογικών
κύκλων στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με πρόσφατη
δημοσκόπηση του
Politico,
η πλειονότητα των
Αμερικανών θεωρεί ότι
βασικά αγαθά έγιναν
λιγότερο προσιτά μετά
την επιστροφή του Τραμπ
στον Λευκό Οίκο.
Παράλληλα, στοιχεία της
Federal
Reserve
Bank
of
New
York
δείχνουν ότι αυξάνεται
το ποσοστό των
νοικοκυριών που εκτιμούν
πως η οικονομική τους
κατάσταση είναι
χειρότερη από ό,τι πριν
από έναν χρόνο. Πολλοί
αναμένουν ότι θα
επιδεινωθεί περαιτέρω.
Ο Τραμπ έχει
χαρακτηρίσει την «κρίση
προσιτότητας»
κατασκεύασμα των
Δημοκρατικών. Ωστόσο,
για τους πολιτικούς, η
αντίληψη των ψηφοφόρων
έχει εξίσου μεγάλη
σημασία με τους
συνολικούς δείκτες της
οικονομίας.
Η στεγαστική πολιτική,
οι επιδοτήσεις για την
υγειονομική περίθαλψη,
οι εμπορικοί δασμοί και
το κόστος των βασικών
αγαθών έχουν μετατραπεί
σε κεντρικά ζητήματα της
πολιτικής αντιπαράθεσης
ενόψει των ενδιάμεσων
εκλογών του Νοεμβρίου
2026.
Ο Bharat
Ramamurti,
πρώην αναπληρωτής
διευθυντής του Εθνικού
Οικονομικού Συμβουλίου
επί Τζο Μπάιντεν,
επισημαίνει ότι κανένας
υποψήφιος δεν μπορεί να
αγνοήσει τις ανησυχίες
των πολιτών για το
κόστος ζωής. Ταυτόχρονα,
όμως, η ανθεκτικότητα
της κατανάλωσης δείχνει
ότι τα οφέλη από τις
βραχυπρόθεσμες
παρεμβάσεις ενδέχεται να
αποδειχθούν προσωρινά.
Η μείωση των τιμών μέσω
διοικητικών παρεμβάσεων
ή οι απευθείας πληρωμές
προς τους καταναλωτές
μπορεί να προσφέρουν
πρόσκαιρη ανακούφιση.
Εάν, όμως, δεν
συνοδεύονται από
ουσιαστικές
μεταρρυθμίσεις,
ενδέχεται να μην
αντιμετωπίσουν τις
βαθύτερες αιτίες της
οικονομικής δυσαρέσκειας
και, υπό ορισμένες
συνθήκες, να εντείνουν
τις πληθωριστικές
πιέσεις.
Οι φορολογικές
ελαφρύνσεις δεν έλυσαν
το πρόβλημα
Η κυβέρνηση Τραμπ
επιχείρησε να
αντιμετωπίσει την πίεση
στα νοικοκυριά μέσω του
εκτεταμένου φορολογικού
και δημοσιονομικού
νομοσχεδίου της, το
οποίο περιλάμβανε
σημαντικές επιστροφές
φόρων και νέες
φορολογικές εκπτώσεις.
Πριν από την εφαρμογή
των μέτρων, υπήρχε η
προσδοκία ότι οι
μεγαλύτερες επιστροφές
φόρων θα ενίσχυαν τη
δημοτικότητα των
Ρεπουμπλικανών ενόψει
των ενδιάμεσων εκλογών
του 2026. Ωστόσο, οι
πληρωμές δεν φαίνεται να
εξασφάλισαν την πολιτική
ανακούφιση που
προσδοκούσε η κυβέρνηση.
Το πρόβλημα είναι ότι οι
φορολογικές ελαφρύνσεις
δεν αντιμετωπίζουν
αυτομάτως τις αιτίες που
διατηρούν υψηλό το
κόστος ζωής. Οι τιμές
της βενζίνης παραμένουν
επιβαρυμένες από τις
εξελίξεις στη Μέση
Ανατολή, ενώ οι δασμοί
και οι προσπάθειες
μεταφοράς της παραγωγής
εντός των ΗΠΑ μπορούν να
αυξήσουν το κόστος για
τους καταναλωτές
βραχυπρόθεσμα.
Ο υπουργός Οικονομικών
Scott
Bessent
έχει επικαλεστεί την
επιτάχυνση της αύξησης
των αποδοχών των
χαμηλόμισθων εργαζομένων
ως ένδειξη ότι οι
βιομηχανικές πολιτικές
της κυβέρνησης
αποδίδουν. Στοιχεία από
τραπεζικά ιδρύματα, όπως
η Bank
of
America
και η PNC,
δείχνουν πράγματι
ενίσχυση της αύξησης των
μισθών και των δαπανών
σε χαμηλότερα
εισοδηματικά στρώματα.
Ωστόσο, ακόμη και αν οι
πραγματικοί μισθοί
βελτιώνονται, αυτό δεν
σημαίνει ότι οι πολίτες
αισθάνονται πως έχουν
ανακτήσει την οικονομική
ασφάλεια που έχασαν μετά
την πανδημία.
Η τεχνητή νοημοσύνη
προσθέτει νέες πιέσεις
Ένας ακόμη παράγοντας
που περιπλέκει την
κατάσταση είναι η
τεράστια επενδυτική
έκρηξη γύρω από την
τεχνητή νοημοσύνη.
Οι επενδύσεις σε κέντρα
δεδομένων, υπολογιστική
ισχύ και ενεργειακές
υποδομές αυξάνουν τη
ζήτηση για κεφάλαια,
ηλεκτρική ενέργεια,
εξοπλισμό και
κατασκευαστικές
υπηρεσίες. Αυτό μπορεί
να ενισχύσει τις
πληθωριστικές πιέσεις
και να διατηρήσει τα
επιτόκια σε υψηλά
επίπεδα.
Η τεχνητή νοημοσύνη
ενδέχεται να αυξήσει
σημαντικά την
παραγωγικότητα και να
δημιουργήσει νέες πηγές
ανάπτυξης μακροπρόθεσμα.
Στο μεταξύ, όμως, οι
επενδύσεις που
απαιτούνται για την
ανάπτυξή της μπορεί να
αυξήσουν το κόστος
ορισμένων πόρων και να
εντείνουν τον
ανταγωνισμό για
διαθέσιμα κεφάλαια.
Ο Michael
Faulkender,
πρώην αναπληρωτής
υπουργός Οικονομικών επί
Τραμπ, επισημαίνει ότι
οι πολιτικοί
δυσκολεύονται να πείσουν
τους πολίτες πως μπορεί
να χρειαστεί να
πληρώσουν περισσότερο
σήμερα προκειμένου να
αποκομίσουν οφέλη στο
μέλλον.
Η αύξηση της παραγωγής,
η μείωση των
κανονιστικών εμποδίων, η
ενίσχυση της προσφοράς
εργασίας και η
απελευθέρωση
περισσότερων κεφαλαίων
για επενδύσεις είναι
διαδικασίες που απαιτούν
χρόνο. Δεν αποτελούν
λύσεις που μπορούν να
εφαρμοστούν άμεσα και να
μειώσουν από τη μια
ημέρα στην άλλη τις
τιμές.
Η ισχυρή οικονομία
κρύβει σημαντικές
αδυναμίες
Σε μακροοικονομικό
επίπεδο, η αμερικανική
οικονομία εξακολουθεί να
εμφανίζει αξιοσημείωτη
ανθεκτικότητα.
Το ποσοστό ανεργίας
παρέμεινε στο 4,5% ή
χαμηλότερα για σχεδόν
πέντε χρόνια, σύμφωνα με
τα στοιχεία που
παραθέτει το
Politico.
Παράλληλα, ο S&P
500 κατέγραψε
ετησιοποιημένη απόδοση
άνω του 12% κατά την
ίδια περίοδο, ενώ ένα
αυξανόμενο ποσοστό
νοικοκυριών συμμετέχει
στις χρηματιστηριακές
αγορές.
Το ποσοστό των
Αμερικανών που ζουν σε
συνθήκες φτώχειας έχει
επίσης υποχωρήσει σε
ιστορικά χαμηλά επίπεδα,
σύμφωνα με το
δημοσίευμα.
Ωστόσο, οι μέσοι όροι
μπορούν να αποκρύπτουν
σημαντικές διαφορές
μεταξύ των εισοδηματικών
ομάδων.
Η Beth
Ann
Bovino,
επικεφαλής οικονομολόγος
της U.S.
Bank,
επισημαίνει ότι τα
συνολικά οικονομικά
στοιχεία μπορεί να είναι
ακριβή, αλλά ταυτόχρονα
να δίνουν μια
παραπλανητική εικόνα για
την καθημερινότητα ενός
μεγάλου μέρους του
πληθυσμού.
Η αύξηση των πραγματικών
μισθών αντιστράφηκε τους
τελευταίους μήνες, καθώς
οι πληθωριστικές πιέσεις
που συνδέονται με τον
πόλεμο στο Ιράν
επιβάρυναν το κόστος
ζωής. Την ίδια στιγμή,
τα ποσοστά σοβαρής
καθυστέρησης πληρωμών σε
δάνεια αυτοκινήτου και
πιστωτικές κάρτες
επέστρεψαν σε επίπεδα
που είχαν καταγραφεί
μετά τη χρηματοπιστωτική
κρίση του 2008, σύμφωνα
με στοιχεία της
Federal
Reserve
Bank
of
New
York.
Παράλληλα, το ποσοστό
προσωπικής αποταμίευσης
έχει υποχωρήσει αισθητά,
ενώ σύμφωνα με στοιχεία
της Vanguard,
το ποσοστό των
Αμερικανών που έχουν
αντλήσει χρήματα από
τους συνταξιοδοτικούς
λογαριασμούς τους 401(k)
για να καλύψουν
στεγαστικές, ιατρικές ή
εκπαιδευτικές δαπάνες
έχει τριπλασιαστεί από
την αρχή της δεκαετίας.
Τα στοιχεία αυτά
δείχνουν ότι, παρά την
ανθεκτικότητα της
συνολικής οικονομίας,
ένα μέρος των
νοικοκυριών
αντιμετωπίζει αυξανόμενη
οικονομική πίεση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
είναι η κατανομή του
πλούτου
Η ανισότητα αποτελεί ένα
από τα βαθύτερα δομικά
προβλήματα πίσω από τη
δυσαρέσκεια για το
κόστος ζωής.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Federal
Reserve,
το χαμηλότερο 90% των
αμερικανικών νοικοκυριών
κατέχει λιγότερο από το
ένα τρίτο του συνολικού
πλούτου της χώρας. Το
ποσοστό αυτό έχει
μεταβληθεί ελάχιστα από
τις αρχές του 2011, παρά
τη σημαντική βελτίωση
της αγοράς εργασίας.
Αντίθετα, το πλουσιότερο
10% των νοικοκυριών
εκτιμάται ότι
πραγματοποιεί περίπου το
ήμισυ της συνολικής
καταναλωτικής δαπάνης
στις ΗΠΑ.
Αυτή η συγκέντρωση
πλούτου σημαίνει ότι η
αύξηση των συνολικών
εισοδημάτων και η άνοδος
των χρηματιστηριακών
αγορών δεν μεταφράζονται
αναγκαστικά σε ανάλογη
βελτίωση για όλους.
Η Ekaterina
Oparina,
οικονομολόγος στο
London
School
of
Economics,
επισημαίνει ότι η
αντίληψη για την
οικονομική ευημερία
εξαρτάται όχι μόνο από
το ύψος του εισοδήματος,
αλλά και από το πώς
συγκρίνεται κάποιος με
τους υπόλοιπους.
Ακόμη και όταν οι
αντικειμενικές συνθήκες
βελτιώνονται, η ευημερία
μπορεί να υποχωρεί εάν
οι πολίτες αισθάνονται
ότι μένουν πίσω σε σχέση
με άλλες κοινωνικές
ομάδες.
Έτσι, η άνοδος του μέσου
εισοδήματος δεν αρκεί
για να εξηγήσει την
οικονομική δυσαρέσκεια.
Καθοριστική είναι και η
κατανομή των οφελών της
ανάπτυξης.
Ο πληθωρισμός έχει
πλήξει την αίσθηση
οικονομικής ασφάλειας
Ένα από τα σημαντικότερα
προβλήματα είναι ότι η
ψυχολογική επίδραση του
πληθωρισμού διαρκεί
περισσότερο από την ίδια
την επιτάχυνση των
τιμών.
Οι Αμερικανοί δεν είχαν
αρκετό χρόνο για να
προσαρμοστούν στις
μεγάλες ανατιμήσεις των
αρχών της δεκαετίας του
2020. Οι εμπορικές
συγκρούσεις, οι
πολεμικές αναμετρήσεις,
οι δασμοί και οι νέες
ενεργειακές ανάγκες
επανέφεραν επανειλημμένα
τις ανησυχίες για το
κόστος ζωής.
Η καθηγήτρια του
Χάρβαρντ Stefanie
Stantcheva
έχει επισημάνει σε
μελέτη της ότι οι
εργαζόμενοι συχνά
αποδίδουν τις αυξήσεις
των αποδοχών τους στην
προσωπική τους απόδοση ή
στην επαγγελματική
εξέλιξη, αντί να
αναγνωρίζουν ότι μπορεί
να αποτελούν αντίδραση
του εργοδότη στις
συνθήκες της αγοράς.
Αυτό δημιουργεί την
αίσθηση προόδου όταν οι
μισθοί αυξάνονται. Όταν,
όμως, ο πληθωρισμός
εξανεμίζει μεγάλο μέρος
αυτής της αύξησης, η
αίσθηση ότι κάποιος
μπορεί να βελτιώσει τη
ζωή του αποδυναμώνεται.
Η Stevenson
περιγράφει αυτή τη
διαδικασία ως απώλεια
ελέγχου πάνω στην
προσωπική οικονομική
πορεία. Οι άνθρωποι
θέλουν να πιστεύουν ότι
μπορούν να διαμορφώσουν
το μέλλον τους, να
δημιουργήσουν καλύτερες
συνθήκες για τα παιδιά
τους και να προοδεύσουν
μέσα από τις επιλογές
τους.
Όταν το κόστος ζωής
αυξάνεται διαρκώς, αυτή
η προσδοκία κλονίζεται.
Ο Jared
Bernstein,
πρώην οικονομικός
σύμβουλος του Τζο
Μπάιντεν, υπογραμμίζει
ότι οι οικονομολόγοι
συχνά δίνουν μεγαλύτερη
έμφαση στις πραγματικές
καταναλωτικές
συμπεριφορές παρά στις
δηλώσεις των πολιτών.
Ωστόσο, θεωρεί ότι όταν
οι άνθρωποι δηλώνουν πως
δυσκολεύονται
οικονομικά, η εμπειρία
τους πρέπει να
λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Γιατί δεν υπάρχει
γρήγορη λύση
Η κρίση προσιτότητας
αναδεικνύει τη διαφορά
μεταξύ της συνολικής
πορείας μιας οικονομίας
και της καθημερινής
εμπειρίας των πολιτών.
Η ισχυρή ανάπτυξη, η
αύξηση των μισθών και η
άνοδος των
χρηματιστηριακών δεικτών
δεν αρκούν από μόνες
τους για να
αποκαταστήσουν την
αίσθηση οικονομικής
ασφάλειας, όταν οι
δαπάνες για στέγαση,
ενέργεια, υγεία και
δανεισμό παραμένουν
υψηλές.
Οι βραχυπρόθεσμες
παρεμβάσεις μπορούν να
προσφέρουν ανακούφιση,
αλλά η διατηρήσιμη
βελτίωση απαιτεί αύξηση
της προσφοράς κατοικιών
και ενέργειας, ενίσχυση
της παραγωγικότητας,
περισσότερες επενδύσεις
και αντιμετώπιση των
βαθύτερων ανισοτήτων.
Αυτές οι αλλαγές, όμως,
απαιτούν χρόνο και συχνά
συνεπάγονται
βραχυπρόθεσμο κόστος.
Αυτό δημιουργεί ένα
δύσκολο πολιτικό
δίλημμα: οι πολίτες
ζητούν άμεση ανακούφιση,
ενώ οι διαρθρωτικές
λύσεις χρειάζονται
χρόνια για να αποδώσουν.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η κρίση
προσιτότητας δεν μπορεί
να αντιμετωπιστεί μόνο
με επιδοτήσεις,
φορολογικές ελαφρύνσεις
ή προσωρινές μειώσεις
τιμών. Όσο η ανάπτυξη
και ο πλούτος
κατανέμονται άνισα και
το κόστος των βασικών
αναγκών παραμένει υψηλό,
η οικονομική δυσαρέσκεια
μπορεί να επιμένει ακόμη
και σε μια οικονομία που
εμφανίζεται ισχυρή στους
συνολικούς δείκτες.
Πηγή: Politico
|