|
Το θέμα είχε αναδείξει
και ο πρωθυπουργός
Κυριάκος Μητσοτάκης,
επισημαίνοντας ότι η
Ελλάδα δεν μπορεί να
αποτελεί χώρα στην οποία
τα ίδια προϊόντα
διατίθενται σημαντικά
ακριβότερα από ό,τι σε
άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Παράλληλα, είχε θέσει
στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή
το ζήτημα των
γεωγραφικών περιορισμών
εφοδιασμού, οι οποίοι
εξακολουθούν να
αποτελούν σημείο τριβής
μεταξύ λιανεμπορίου και
πολυεθνικών προμηθευτών.
Η νέα πλατφόρμα «PosoKanei»,
που δημιουργήθηκε για
λογαριασμό του
υπουργείου Ανάπτυξης και
της Ανεξάρτητης Αρχής
Ελέγχου της Αγοράς και
Προστασίας του
Καταναλωτή, επιτρέπει
πλέον τη σύγκριση τιμών
για πανομοιότυπους
κωδικούς προϊόντων σε
διάφορες χώρες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης και
αποκαλύπτει ότι το
πρόβλημα δεν
περιορίζεται μόνο στο
βρεφικό γάλα.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί
γνωστό αναψυκτικό που
παράγεται στην Ελλάδα
και πωλείται προς 1,81
ευρώ ανά λίτρο, όταν στο
Βέλγιο η τιμή είναι 1,78
ευρώ, στην Ιταλία 1,64
ευρώ, στην Κύπρο 1,59
ευρώ και στη Ρουμανία
μόλις 1,24 ευρώ. Ακόμη
και μετά την αφαίρεση
του ΦΠΑ, η Ελλάδα
παραμένει μεταξύ των
ακριβότερων αγορών.
Αντίστοιχα, δημοφιλή
μπισκότα διεθνούς μάρκας
κοστίζουν στην ελληνική
αγορά 8,02 ευρώ ανά
κιλό, ενώ στην Ιταλία η
τιμή διαμορφώνεται στα
6,30 ευρώ. Χωρίς τον
ΦΠΑ, η απόκλιση
παραμένει σημαντική,
αγγίζοντας περίπου το
24%.
Μεγάλες διαφορές
καταγράφονται και στα
δημητριακά πρωινού.
Συγκεκριμένος κωδικός
γνωστής πολυεθνικής
εταιρείας πωλείται στην
Ελλάδα προς 10,24 ευρώ
ανά κιλό, ενώ στο Βέλγιο
η αντίστοιχη τιμή είναι
6,64 ευρώ. Παρόμοιες
χαμηλότερες τιμές
συναντώνται και στην
Πορτογαλία και την
Ιταλία.
Σημαντικές αποκλίσεις
εμφανίζονται και στις
κάψουλες καφέ. Στην
Ελλάδα η τιμή φτάνει τα
0,56 ευρώ ανά κάψουλα,
όταν στην Ιταλία
διαμορφώνεται στα 0,39
ευρώ, στην Πορτογαλία
και την Κύπρο στα 0,40
ευρώ και στη Γερμανία
στα 0,45 ευρώ. Στην
περίπτωση αυτή, βέβαια,
επιβαρυντικός παράγοντας
αποτελεί και ο ειδικός
φόρος κατανάλωσης στον
καφέ.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν
ακόμη και περιπτώσεις
προϊόντων που παράγονται
στην Ελλάδα. Γνωστή
μαργαρίνη ελληνικής
παραγωγής κοστίζει χωρίς
ΦΠΑ 7,10 ευρώ ανά κιλό
στην εγχώρια αγορά, ενώ
στην Κύπρο διατίθεται
προς 5,75 ευρώ.
Παρόμοιες αποκλίσεις
καταγράφονται και σε
προϊόντα ελληνικών
εταιρειών, όπως ο πελτές
ντομάτας, το γάλα και το
κρασί.
Τα στοιχεία αυτά
δείχνουν ότι το πρόβλημα
δεν αφορά αποκλειστικά
τις πολυεθνικές
εταιρείες. Οι υψηλές
τιμές στην Ελλάδα
συνδέονται και με
βαθύτερες στρεβλώσεις
της αγοράς, οι οποίες
επηρεάζουν τόσο τα
εισαγόμενα όσο και τα
εγχώρια προϊόντα.
Η συζήτηση για τις
αιτίες των διαφορών στις
τιμές παραμένει ανοιχτή.
Από τη μία πλευρά, οι
αλυσίδες σούπερ μάρκετ
ζητούν την κατάργηση των
γεωγραφικών περιορισμών
εφοδιασμού,
υποστηρίζοντας ότι οι
πολυεθνικές εφαρμόζουν
διαφορετικές
τιμολογιακές πολιτικές
ανά χώρα. Από την άλλη,
οι βιομηχανίες επώνυμων
προϊόντων αποδίδουν τις
διαφορές στα διαφορετικά
περιθώρια κέρδους και
στις συνθήκες
ανταγωνισμού που
επικρατούν σε κάθε
εθνική αγορά.
Σε κάθε περίπτωση, η
εικόνα που προκύπτει από
τις συγκρίσεις των ίδιων
προϊόντων σε διάφορες
χώρες της Ευρωπαϊκής
Ένωσης αναδεικνύει ένα
διαχρονικό ζήτημα για
τους Έλληνες
καταναλωτές: παρά το
χαμηλότερο διαθέσιμο
εισόδημα και την
ασθενέστερη αγοραστική
δύναμη, πολλά βασικά
καταναλωτικά αγαθά
εξακολουθούν να
πωλούνται ακριβότερα
στην Ελλάδα σε σχέση με
άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
|