|
Η επαναστατική
τεχνολογία δεν σημαίνει
απαραίτητα καλή επένδυση
Ο Μπάφετ έχτισε την
επιτυχία της
Berkshire
Hathaway
δίνοντας προτεραιότητα
σε επιχειρήσεις των
οποίων το επιχειρηματικό
μοντέλο μπορούσε να
αξιολογήσει με σχετική
σαφήνεια. Παραδοσιακά,
προτιμούσε κλάδους όπως
οι ασφαλιστικές
εταιρείες, οι τράπεζες,
τα καταναλωτικά
προϊόντα, οι υπηρεσίες
κοινής ωφέλειας και η
ενέργεια, όπου τα
οικονομικά μεγέθη και οι
προοπτικές κερδοφορίας
ήταν συχνά πιο
προβλέψιμα.
Η προσέγγισή του
βασίζεται σε μια κρίσιμη
διάκριση: άλλο είναι να
αναγνωρίσει κανείς ότι
μια τεχνολογία θα
αλλάξει την οικονομία
και άλλο να προβλέψει
ποιες εταιρείες θα
καταφέρουν να
μετατρέψουν αυτή την
αλλαγή σε διατηρήσιμα
κέρδη.
Η ιστορία της
αυτοκινητοβιομηχανίας
και της αεροπορίας
προσφέρει χαρακτηριστικά
παραδείγματα. Τα
αυτοκίνητα και τα
αεροπλάνα μεταμόρφωσαν
την παγκόσμια οικονομία,
αλλά πολλές από τις
πρώτες εταιρείες των
συγκεκριμένων κλάδων δεν
κατάφεραν να επιβιώσουν,
καθώς ο ανταγωνισμός
εντάθηκε και τα
περιθώρια κέρδους
πιέστηκαν.
Το ίδιο ερώτημα τίθεται
σήμερα για την τεχνητή
νοημοσύνη. Η AI
μπορεί να εξελιχθεί σε
μία από τις
σημαντικότερες
τεχνολογικές αλλαγές της
σύγχρονης εποχής, αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι
κάθε εταιρεία ημιαγωγών,
λογισμικού ή υποδομών θα
προσφέρει αποδόσεις
υψηλότερες από την
αγορά.
Πόσο μοιάζει η σημερινή
AI
με τη φούσκα του
διαδικτύου;
Στα τέλη της δεκαετίας
του 1990, οι επενδυτές
διοχέτευαν κεφάλαια
σχεδόν σε κάθε εταιρεία
που συνδεόταν με το
διαδίκτυο. Οι
αποτιμήσεις εκτοξεύονταν
ακόμη και για
επιχειρήσεις με
περιορισμένα έσοδα,
χωρίς κέρδη ή με
επιχειρηματικά μοντέλα
που δεν είχαν ακόμη
αποδειχθεί βιώσιμα.
Όταν οι προσδοκίες
συγκρούστηκαν με την
πραγματικότητα, η αγορά
κατέρρευσε. Ο
Nasdaq
κορυφώθηκε τον Μάρτιο
του 2000 και μέχρι τον
Οκτώβριο του 2002 είχε
χάσει περίπου το 78% της
αξίας του.
Η σημερινή εικόνα
παρουσιάζει σημαντικές
διαφορές. Οι μεγαλύτεροι
πρωταγωνιστές της
AI,
όπως η Nvidia
και οι μεγάλοι πάροχοι
υπηρεσιών υπολογιστικού
νέφους, διαθέτουν ήδη
σημαντικά έσοδα, κέρδη
και ταμειακές ροές. Οι
επενδύσεις τους δεν
στηρίζονται αποκλειστικά
σε υποσχέσεις για
μελλοντική ανάπτυξη,
αλλά συνδέονται και με
υφιστάμενες
δραστηριότητες που
παράγουν κέρδη.
Αυτό, ωστόσο, δεν
εξαλείφει τους
κινδύνους. Η αγορά
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει
αβεβαιότητα ως προς το
ποιοι πάροχοι μοντέλων
AI
θα επικρατήσουν, πόσο
γρήγορα θα αποδώσουν οι
τεράστιες κεφαλαιουχικές
δαπάνες και ποιο μέρος
της σημερινής ανάπτυξης
έχει ήδη ενσωματωθεί
στις αποτιμήσεις των
μετοχών.
Επομένως, το βασικό
δίδαγμα από τη
dot-com
εποχή δεν είναι ότι η
AI
αποτελεί αναγκαστικά
φούσκα. Είναι ότι ακόμη
και μια τεχνολογία με
πραγματική οικονομική
αξία μπορεί να
συνοδεύεται από
υπερβολικές προσδοκίες
και λανθασμένες
επενδυτικές επιλογές.
Το «οικονομικό οχυρό»
που αναζητούσε ο Μπάφετ
Μία από τις
σημαντικότερες αρχές του
Μπάφετ είναι η επιλογή
εταιρειών με διατηρήσιμα
ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα, τα οποία
συχνά περιγράφει ως
economic
moats
— οικονομικά «οχυρά» που
δυσκολεύουν την είσοδο
νέων ανταγωνιστών.
Τέτοια πλεονεκτήματα
μπορεί να είναι ένα
ισχυρό εμπορικό σήμα, το
υψηλό κόστος αλλαγής
προμηθευτή, τα δικτυακά
αποτελέσματα ή οι
οικονομίες κλίμακας. Όσο
πιο δύσκολο είναι για
έναν ανταγωνιστή να
αντιγράψει το
επιχειρηματικό μοντέλο
μιας εταιρείας, τόσο
μεγαλύτερη μπορεί να
είναι η δυνατότητά της
να διατηρεί υψηλή
κερδοφορία σε βάθος
χρόνου.
Για τις επενδύσεις στην
AI,
αυτό σημαίνει ότι οι
επενδυτές δεν αρκεί να
εξετάζουν ποια εταιρεία
αναπτύσσει την πιο
εντυπωσιακή τεχνολογία ή
προσελκύει τη μεγαλύτερη
δημοσιότητα. Χρειάζεται
να αξιολογούν ποια
επιχείρηση μπορεί να
διατηρήσει την
πελατειακή της βάση, να
προστατεύσει τα
περιθώρια κέρδους της
και να μετατρέψει τις
επενδύσεις της σε
πραγματικές ταμειακές
ροές.
Η διάκριση αυτή είναι
ιδιαίτερα σημαντική όταν
οι αποτιμήσεις έχουν ήδη
ενσωματώσει πολύ υψηλούς
ρυθμούς ανάπτυξης. Ακόμη
και μια εξαιρετική
επιχείρηση μπορεί να
αποδειχθεί κακή
επένδυση, εάν η τιμή
αγοράς είναι υπερβολική
σε σχέση με τα
μελλοντικά κέρδη που
μπορεί να δημιουργήσει.
Τι θα συνέβαινε σε έναν
επενδυτή που αγόρασε
πριν από την κατάρρευση
του 2000;
Ένα ακόμη δίδαγμα από
την ιστορία της
αμερικανικής αγοράς
είναι η σημασία του
επενδυτικού ορίζοντα. Η
προσπάθεια πρόβλεψης της
κατάλληλης στιγμής για
αγορά ή πώληση μετοχών
είναι εξαιρετικά
δύσκολη, ακόμη και για
έμπειρους επενδυτές.
Ένας επενδυτής που
τοποθετήθηκε στον
S&P
500 κοντά στην κορύφωση
της περιόδου dot-com
θα έπρεπε να
αντιμετωπίσει μια μεγάλη
και παρατεταμένη πτώση.
Εάν, όμως, διατηρούσε
την επένδυσή του σε
βάθος χρόνου, θα είχε
τελικά επωφεληθεί από
την ανάκαμψη της αγοράς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρατίθενται στην
ανάλυση, ο S&P
500 ενισχύθηκε περίπου
κατά 450% σε σχέση με τα
επίπεδα εκείνης της
περιόδου. Μια υποθετική
επένδυση 10.000 δολαρίων
θα είχε εξελιχθεί σε
σχεδόν 55.000 δολάρια.
Η διαδρομή δεν ήταν
ομαλή. Στα χρόνια που
ακολούθησαν, η αγορά
πέρασε από τρεις
υφέσεις, αλλά κατάφερε
να ανακάμψει και να
κινηθεί υψηλότερα
μακροπρόθεσμα.
Το παράδειγμα δεν
σημαίνει ότι κάθε
επένδυση στον S&P
500 είναι ασφαλής ή ότι
δεν μπορεί να υποστεί
μεγάλες απώλειες.
Αναδεικνύει, όμως, τη
σημασία της υπομονής και
της μακροχρόνιας
συμμετοχής στην αγορά,
υπό την προϋπόθεση ότι ο
επενδυτής διαθέτει
επαρκή διαφοροποίηση και
μπορεί να αντέξει τις
διακυμάνσεις.
Διαφοροποίηση και
επανεξισορρόπηση αντί
για πανικό
Η φιλοσοφία του Μπάφετ
υπογραμμίζει επίσης τη
σημασία της
διαφοροποίησης και της
πειθαρχίας. Όταν οι
αποτιμήσεις ανεβαίνουν
υπερβολικά ή μια
συγκεκριμένη θέση αποκτά
δυσανάλογα μεγάλο βάρος
σε ένα χαρτοφυλάκιο, η
λύση δεν είναι
απαραίτητα η μαζική
έξοδος από τις μετοχές.
Η επανεξισορρόπηση
μπορεί να περιορίσει τον
κίνδυνο, επαναφέροντας
τις επενδύσεις σε
επίπεδα συμβατά με τον
χρονικό ορίζοντα και την
ανοχή του επενδυτή στις
απώλειες.
Παράλληλα, η διατήρηση
ενός διαφοροποιημένου
χαρτοφυλακίου μειώνει
την εξάρτηση από την
πορεία ενός μόνο κλάδου,
όπως η τεχνητή
νοημοσύνη. Η επιλογή
επιχειρήσεων με ισχυρούς
ισολογισμούς, βιώσιμη
κερδοφορία και
πραγματικά ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα μπορεί να
προσφέρει μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα σε
περιόδους αναταραχής.
Το ερώτημα εάν η
πρόσφατη μεταβλητότητα
θα εξελιχθεί σε ευρύτερη
χρηματιστηριακή κρίση
παραμένει ανοιχτό.
Κανείς δεν μπορεί να
προβλέψει με βεβαιότητα
το μέγεθος ή τον χρόνο
μιας ενδεχόμενης
διόρθωσης.
Το μήνυμα από την
επενδυτική φιλοσοφία του
Μπάφετ είναι, ωστόσο,
σαφές: η μακροπρόθεσμη
επιτυχία δεν εξαρτάται
από την πρόβλεψη κάθε
χρηματιστηριακής
κίνησης, αλλά από την
κατοχή ποιοτικών
επιχειρήσεων, την
αποφυγή υπερβολικών
τιμών και την υπομονή
που απαιτείται ώστε η
σύνθετη απόδοση να
λειτουργήσει υπέρ του
επενδυτή.
Η AI
μπορεί να αλλάξει ριζικά
την οικονομία. Το
κρίσιμο για τη
Wall
Street
είναι ποιες εταιρείες θα
καταφέρουν να
μετατρέψουν αυτή την
αλλαγή σε διατηρήσιμα
κέρδη — και σε ποιες
αποτιμήσεις αξίζει
τελικά να τις αγοράσει
κανείς.
|