|
Η πορεία αυτή συνδέεται
άμεσα με τις διαδοχικές
κρίσεις που επηρέασαν
την ελληνική οικονομία
και την αγορά ενέργειας.
Η οικονομική ύφεση της
προηγούμενης δεκαετίας
δημιούργησε τις πρώτες
πιέσεις, η πανδημία
περιόρισε σημαντικά τη
δυνατότητα διενέργειας
ελέγχων, ενώ η
ενεργειακή κρίση και η
εκτίναξη των τιμών του
ηλεκτρικού ρεύματος
οδήγησαν το φαινόμενο σε
πρωτοφανή επίπεδα.
Το οικονομικό αποτύπωμα
των ρευματοκλοπών
παραμένει ιδιαίτερα
βαρύ. Με δεδομένο ότι
μέσω του δικτύου
διανομής διακινούνται
περίπου 40 τεραβατώρες
ηλεκτρικής ενέργειας
ετησίως, απώλειες της
τάξης του 10%
αντιστοιχούν σε περίπου
4 τεραβατώρες. Η
συνολική οικονομική
ζημιά εκτιμάται ότι
προσεγγίζει τα 400 εκατ.
ευρώ κάθε χρόνο.
Μάλιστα, σύμφωνα με τους
υπολογισμούς του ΔΕΔΔΗΕ,
η μείωση του φαινομένου
κατά μόλις μία
ποσοστιαία μονάδα μπορεί
να οδηγήσει σε
εξοικονόμηση περίπου 400
γιγαβατωρών και
οικονομικό όφελος που
φτάνει έως και τα 80
εκατ. ευρώ ετησίως.
Το σημαντικότερο
εργαλείο για τον
περιορισμό των
ρευματοκλοπών θεωρείται
η ευρεία εγκατάσταση
έξυπνων μετρητών. Η
αφετηρία του
προγράμματος ήταν
ιδιαίτερα χαμηλή, καθώς
το 2018 λειτουργούσαν
μόλις 85.000 έξυπνοι
μετρητές σε σύνολο
περίπου 7,7 εκατομμυρίων
παροχών. Σήμερα ο ρυθμός
εγκατάστασης έχει
επιταχυνθεί σημαντικά,
με περίπου 1,3
εκατομμύρια νέους
μετρητές να
τοποθετούνται κάθε
χρόνο.
Ο σχεδιασμός προβλέπει
ότι έως το τέλος του
2026 οι έξυπνοι μετρητές
θα καλύπτουν περίπου τα
δύο τρίτα της συνολικής
κατανάλωσης ηλεκτρικής
ενέργειας της χώρας. Σε
πρώτη φάση προβλέπεται η
εγκατάσταση 2,4
εκατομμυρίων συσκευών,
δίνοντας προτεραιότητα
σε περιοχές και
καταναλωτές με υψηλή
κατανάλωση. Το σύνολο
του έργου αναμένεται να
ολοκληρωθεί έως το 2030,
ενώ έχει ήδη
δημιουργηθεί το
απαραίτητο ψηφιακό
σύστημα διαχείρισης για
τη λειτουργία των νέων
μετρητών.
Η μάχη κατά των
ρευματοκλοπών εντάσσεται
σε ένα ευρύτερο σχέδιο
εκσυγχρονισμού του
δικτύου διανομής
ηλεκτρικής ενέργειας. Ο
ΔΕΔΔΗΕ διαχειρίζεται
σήμερα ένα δίκτυο
συνολικού μήκους περίπου
250.000 χιλιομέτρων, με
4,5 εκατομμύρια στύλους
και 168.000 υποσταθμούς
μέσης και χαμηλής τάσης.
Για πολλά χρόνια οι
επενδύσεις στις υποδομές
είχαν περιοριστεί
σημαντικά, δημιουργώντας
ένα μεγάλο επενδυτικό
κενό.
Πριν από την οικονομική
κρίση οι ετήσιες
επενδύσεις ξεπερνούσαν
τα 500 εκατ. ευρώ, όμως
τα επόμενα χρόνια
υποχώρησαν ακόμη και
κάτω από τα 150 εκατ.
ευρώ. Την περίοδο
2015-2019 οι συνολικές
επενδύσεις περιορίστηκαν
περίπου στα 800 εκατ.
ευρώ, γεγονός που
επηρέασε τον ρυθμό
αναβάθμισης του δικτύου.
Η εικόνα άρχισε να
αλλάζει ουσιαστικά από
το 2020 και μετά. Μέσα
σε πέντε χρόνια έχουν
υλοποιηθεί επενδύσεις
συνολικού ύψους 2,8 δισ.
ευρώ, ενώ οι ετήσιες
δαπάνες για έργα
ανάπτυξης και
εκσυγχρονισμού
προσεγγίζουν πλέον τα
800 εκατ. ευρώ. Στόχος
είναι η δημιουργία ενός
πιο σύγχρονου, ευέλικτου
και ανθεκτικού δικτύου
που θα μπορεί να
ανταποκρίνεται στις
αυξανόμενες ανάγκες
ηλεκτροδότησης αλλά και
στη συνεχή διείσδυση των
ανανεώσιμων πηγών
ενέργειας.
Η αναβάθμιση των
υποδομών έχει ήδη
ενισχύσει σημαντικά τη
δυνατότητα σύνδεσης νέων
έργων πράσινης
ενέργειας. Περισσότερο
από το μισό των
εγκαταστάσεων ΑΠΕ στη
χώρα είναι σήμερα
συνδεδεμένο στο δίκτυο
του ΔΕΔΔΗΕ, ενώ η
εγκατεστημένη ισχύς
αυξήθηκε από περίπου 4
GW
το 2019 σε 9,1 GW
το 2025. Οι εκτιμήσεις
κάνουν λόγο για
περαιτέρω αύξηση στα 10
GW
μέσα στο 2026.
Παράλληλα, ο αριθμός των
παραγωγών που είναι
συνδεδεμένοι στο δίκτυο
έχει σχεδόν διπλασιαστεί
τα τελευταία χρόνια,
πλησιάζοντας πλέον τις
100.000 συνδέσεις. Μόνο
κατά τη διάρκεια του
2024 πραγματοποιήθηκαν
περισσότερες από 17.000
νέες συνδέσεις έργων
ΑΠΕ, αριθμός που
αντιστοιχεί σε περίπου
78 νέες συνδέσεις ανά
εργάσιμη ημέρα, έναντι
μόλις τριών ημερησίως
πριν από λίγα χρόνια.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
και στην ενίσχυση της
ανθεκτικότητας του
δικτύου απέναντι σε
ακραία καιρικά
φαινόμενα. Οι
υπογειοποιήσεις δικτύων
αποτελούν βασικό
στοιχείο του σχεδιασμού,
με το συνολικό μήκος του
υπόγειου δικτύου να έχει
φτάσει πλέον τα 32.300
χιλιόμετρα. Τα έργα
προχωρούν με ταχύτερους
ρυθμούς σε σχέση με τα
προηγούμενα χρόνια, ενώ
σημαντικό μέρος τους
υλοποιείται σε δασικές
περιοχές με
χρηματοδότηση από το
Ταμείο Ανάκαμψης.
Ταυτόχρονα, έχουν
αυξηθεί σημαντικά οι
δαπάνες συντήρησης και
πρόληψης. Χαρακτηριστικό
είναι ότι μόνο για
εργασίες κλαδέματος
δέντρων κοντά στο δίκτυο
διανομής δαπανήθηκαν
περίπου 60 εκατ. ευρώ το
προηγούμενο έτος, ποσό
που αντιστοιχεί σε
περισσότερο από το 12%
των συνολικών
λειτουργικών εξόδων του
οργανισμού.
Η συνολική στρατηγική
του ΔΕΔΔΗΕ αποσκοπεί όχι
μόνο στον περιορισμό των
ρευματοκλοπών αλλά και
στη δημιουργία ενός
σύγχρονου ψηφιακού
δικτύου, ικανού να
υποστηρίξει τη μετάβαση
της χώρας σε ένα πιο
βιώσιμο και
αποκεντρωμένο ενεργειακό
μοντέλο τα επόμενα
χρόνια.
|