|
Η θετική αξιολόγηση
στηρίζεται κυρίως στο
εκτεταμένο επενδυτικό
πρόγραμμα που υλοποιεί η
ΔΕΗ, με αιχμή την
ανάπτυξη έργων
Ανανεώσιμων Πηγών
Ενέργειας, την
αναβάθμιση των δικτύων
και τη συνολική
αναδιάρθρωση του
ενεργειακού
χαρτοφυλακίου. Η
εταιρεία εκτιμάται ότι
βρίσκεται σε θέση να
κεφαλαιοποιήσει σταδιακά
τις αποδόσεις αυτών των
επενδύσεων, βελτιώνοντας
τόσο τη λειτουργική της
επίδοση όσο και τα
χρηματοοικονομικά της
μεγέθη.
Οι προοπτικές για την
κερδοφορία και τις
ταμειακές ροές
παραμένουν θετικές,
καθώς το επενδυτικό
πλάνο αναμένεται να
ενισχύσει τη δημιουργία
αξίας για τους μετόχους
και να επιταχύνει τη
μακροπρόθεσμη ανάπτυξη
του ομίλου.
Κεντρικό ρόλο στη
στρατηγική της εταιρείας
διαδραματίζει η
ενοποιημένη
δραστηριότητα, η οποία
αποτελεί τον βασικό
μοχλό ανάπτυξης και
αναμένεται να παράγει το
μεγαλύτερο μέρος της
μελλοντικής αξίας.
Σύμφωνα με το
επιχειρηματικό σχέδιο,
τα EBITDA
της συγκεκριμένης
δραστηριότητας
προβλέπεται να αυξηθούν
από 1,3 δισ. ευρώ το
2025 σε περίπου 2,4 δισ.
ευρώ το 2028, με
εκτιμήσεις της
Morgan
Stanley
στα 2,3 δισ. ευρώ. Μέχρι
το 2030, τα
EBITDA
θα μπορούσαν να φτάσουν
τα 3,3 δισ. ευρώ, έναντι
εκτίμησης 2,7 δισ. ευρώ
της επενδυτικής
τράπεζας, που
αντιστοιχεί σε μέσο
ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης
περίπου 21% για την
περίοδο 2025-2030.
Η συγκεκριμένη
δραστηριότητα εκτιμάται
ότι θα αντιπροσωπεύει
περίπου το 72% των
συνολικών EBITDA
του ομίλου στο τέλος του
επιχειρηματικού σχεδίου,
γεγονός που υπογραμμίζει
τη σημασία της στο
συνολικό προφίλ της
εταιρείας. Αντίστοιχα,
το μεγαλύτερο μέρος των
επενδύσεων κατευθύνεται
σε αυτόν τον τομέα,
καθώς απορροφά περίπου
το 69% του συνολικού
επενδυτικού προγράμματος
των 24,2 δισ. ευρώ για
την περίοδο 2026-2030.
Η κατανομή των κεφαλαίων
δείχνει καθαρή
στρατηγική προτεραιότητα
στις Ανανεώσιμες Πηγές
Ενέργειας, με περίπου
61% των επενδύσεων να
αφορά αιολικά και
φωτοβολταϊκά έργα, 13%
ευέλικτες μονάδες
ηλεκτροπαραγωγής, 9%
υδροηλεκτρικά έργα και
7% υποδομές αποθήκευσης
ενέργειας, ενώ μόλις 7%
κατευθύνεται στη
δραστηριότητα
προμήθειας.
Η στρατηγική λογική του
καθετοποιημένου μοντέλου
της ΔΕΗ βασίζεται στη
σύνδεση παραγωγής,
προμήθειας και διανομής,
προσφέροντας μεγαλύτερη
σταθερότητα εσόδων και
καλύτερη αντιστάθμιση
κινδύνου απέναντι στις
διακυμάνσεις της
χονδρεμπορικής αγοράς. Η
λιανική δραστηριότητα
λειτουργεί ως σταθερή
βάση πελατών, ενώ η
παραγωγή ενισχύει τη
δυνατότητα ελέγχου του
κόστους και της αξίας σε
όλη την αλυσίδα.
Η ΔΕΗ παραμένει ο
μεγαλύτερος προμηθευτής
ηλεκτρικής ενέργειας
στην Ελλάδα με περίπου
50% μερίδιο αγοράς και
περίπου 8,6 εκατομμύρια
πελάτες, ενώ διατηρεί
ισχυρή παρουσία και στη
Ρουμανία, όπου κατέχει
τη δεύτερη θέση στη
λιανική αγορά με μερίδιο
γύρω στο 15%. Στη χώρα
αυτή, μέσω της παρουσίας
της στην αγορά της
Νοτιοανατολικής Ευρώπης,
ο όμιλος έχει ήδη
ενισχύσει σημαντικά το
διεθνές του αποτύπωμα.
Η διεθνής επέκταση
περιλαμβάνει επίσης
δραστηριότητες σε
Ιταλία, Βουλγαρία και
Κροατία, δημιουργώντας
πρόσθετη ευελιξία
ανάπτυξης στις αγορές
της Κεντρικής και
Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η επενδυτική λογική
στηρίζεται σε
διαρθρωτικά ευνοϊκές
συνθήκες, όπως η
αυξανόμενη ζήτηση, η
σταδιακή απόσυρση
παλαιών μονάδων ορυκτών
καυσίμων και οι
περιορισμένες
διασυνδέσεις που
ενισχύουν τις τιμές
ηλεκτρικής ενέργειας.
Σημαντική προοπτική
αποτελεί και η πιθανή
ανάπτυξη data
centers,
με τη διοίκηση να
εξετάζει δυνατότητα έως
και 2 GW
στην Ελλάδα και επιπλέον
2 GW
σε άλλες αγορές,
στοιχείο που θα μπορούσε
να προσθέσει νέα πηγή
ανάπτυξης εφόσον
επιβεβαιωθεί η ζήτηση
από μεγάλους παρόχους
cloud.
Παρά τη σημαντική άνοδο
της μετοχής από την αρχή
του έτους, οι αναλυτές
εξακολουθούν να βλέπουν
περιθώριο περαιτέρω
ανόδου έως τον στόχο των
27 ευρώ, επισημαίνοντας
ότι η υλοποίηση του
επιχειρηματικού σχεδίου
μπορεί να λειτουργήσει
ως βασικός καταλύτης
αποτίμησης.
Ως βασικός κίνδυνος
παραμένει η πιθανή
απόκλιση στην εκτέλεση
του επενδυτικού
προγράμματος,
καθυστερήσεις σε έργα,
αυξημένο κόστος,
ρυθμιστικές πιέσεις,
χαμηλότερες αποδόσεις
από ΑΠΕ, περικοπές
παραγωγής ή ασθενέστερη
ζήτηση από data
centers,
παράγοντες που θα
μπορούσαν να επηρεάσουν
την αναπτυξιακή πορεία.
Αντίθετα, ένα πιο θετικό
σενάριο θα μπορούσε να
προκύψει εφόσον η
υλοποίηση των επενδύσεων
επιταχυνθεί, οι αγορές
ηλεκτρικής ενέργειας
παραμείνουν σφιχτές για
μεγαλύτερο διάστημα και
οι αποδόσεις των νέων
έργων αποδειχθούν
υψηλότερες των αρχικών
εκτιμήσεων.
|