|
Τέσσερις βασικοί άξονες
Όπως παρουσιάστηκε από
την πολιτική ηγεσία του
υπουργείου Εθνικής
Οικονομίας και
Οικονομικών, η νέα
οικονομική πολιτική έως
το 2030 στηρίζεται σε
τέσσερις βασικές
προτεραιότητες.
Πρώτον, στην
αύξηση του διαθέσιμου
εισοδήματος
μέσω φορολογικών και
ασφαλιστικών ελαφρύνσεων
και αυξήσεων σε μισθούς
και συντάξεις.
Δεύτερον, στην
προσέλκυση
περισσότερων ιδιωτικών
και δημόσιων επενδύσεων,
με κίνητρα για τις
επιχειρήσεις και νέα
χρηματοδοτικά εργαλεία.
Τρίτον, στην ενίσχυση
της κοινωνικής
πολιτικής, με έμφαση στη
στέγαση, το
δημογραφικό και την
υγεία.
Και τέταρτον, στην
ενίσχυση της
ενεργειακής αυτονομίας,
με στόχο χαμηλότερο
κόστος ηλεκτρικής
ενέργειας.
Η φιλοσοφία που
παρουσίασε ο υπουργός
Εθνικής Οικονομίας και
Οικονομικών Κυριάκος
Πιερρακάκης είναι ότι οι
δημοσιονομικές
δυνατότητες θα πρέπει να
μετατρέπονται σε μόνιμες
παρεμβάσεις και όχι σε
παροχές χωρίς
αντίκρισμα.
Οι
ελεύθεροι επαγγελματίες
στο επίκεντρο
Σημαντικές είναι οι
παρεμβάσεις για τους
ελεύθερους
επαγγελματίες.
Για όσους πληρούν τα
κριτήρια συνέπειας,
καταργούνται οι
προσαυξήσεις που
συνδέονται με τον κύκλο
εργασιών και τη
μισθοδοσία προσωπικού
κατά τον υπολογισμό του
ελάχιστου ποσού καθαρού
εισοδήματος.
Παράλληλα, η
προκαταβολή φόρου
μειώνεται από 55% σε 50%
από το φορολογικό έτος
2027.
Αντίστοιχα, για τα
νομικά πρόσωπα
προβλέπεται σταδιακή
μείωση της προκαταβολής
φόρου κατά 5 ποσοστιαίες
μονάδες ετησίως από το
2028. Έτσι, από το
σημερινό 80% θα
υποχωρήσει σταδιακά στο
50%.
Στο ίδιο πλαίσιο
εντάσσεται η κατάργηση
του τέλους
επιτηδεύματος, η οποία
ξεκινά από την
περιφέρεια και τη
Θεσσαλονίκη και θα
επεκταθεί σταδιακά.
Φορολογική ανάσα για
αγρότες και τρίτεκνους
Μία από τις
σημαντικότερες
φορολογικές παρεμβάσεις
είναι η θέσπιση
μηδενικού φορολογικού
συντελεστή έως τις
20.000 ευρώ για
τους κατά κύριο
επάγγελμα αγρότες και
τις οικογένειες με τρία
παιδιά.
Για τους αγρότες, το
μέτρο αφορά δεκάδες
χιλιάδες
φορολογουμένους, ενώ για
μια οικογένεια με τρία
παιδιά η αύξηση του
αφορολόγητου ορίου
δημιουργεί σημαντική
ελάφρυνση.
Στόχος είναι η ενίσχυση
του διαθέσιμου
εισοδήματος σε δύο
κατηγορίες που
βρίσκονται στο επίκεντρο
της δημογραφικής και
περιφερειακής πολιτικής.
Μισθοί: Στα 1.000 ευρώ ο
κατώτατος έως το 2028
Στο μέτωπο των μισθών, ο
βασικός στόχος είναι ο
κατώτατος μισθός να
αυξηθεί από τα σημερινά
920 ευρώ στα
1.000 ευρώ τον
Ιανουάριο του 2028.
Με την προσθήκη των
τριετιών, το ποσό μπορεί
να φτάσει τα
1.300 ευρώ.
Η αύξηση θα
πραγματοποιηθεί σε δύο
στάδια, τον Απρίλιο του
2027 και τον Ιανουάριο
του 2028.
Σε σχέση με τα 650 ευρώ
του 2021, ο κατώτατος
μισθός θα έχει έτσι
αυξηθεί συνολικά κατά
περίπου 54%.
Η αύξηση δεν αφορά μόνο
όσους αμείβονται με τον
κατώτατο μισθό, καθώς
επηρεάζει και σειρά
συνδεδεμένων παροχών,
όπως το επίδομα
ανεργίας, το επίδομα
μητρότητας και την
αμοιβή υπερωριών.
Παράλληλα, ο βασικός
μισθός των δημοσίων
υπαλλήλων θα
αναπροσαρμοστεί
αντίστοιχα στις δύο
αυτές ημερομηνίες.
Νέα
παροχή για τους
δημοσίους υπαλλήλους
Από το 2027 προβλέπεται
επίσης η θέσπιση
επιδόματος εορτών
Χριστουγέννων ύψους 500
ευρώ μικτά για
τους δημοσίους
υπαλλήλους.
Παράλληλα, προβλέπεται
πρόσθετη στήριξη για
εκπαιδευτικούς, γιατρούς
και νοσηλευτές που
υπηρετούν στην
περιφέρεια, μέσω
επιστροφής δύο ενοικίων
τον χρόνο.
Οι
συνταξιούχοι κερδίζουν
από τη νέα ενίσχυση
Μόνιμη γίνεται και η
ενίσχυση του Νοεμβρίου,
η οποία αυξάνεται από
300 σε 400 ευρώ
καθαρά.
Παράλληλα, διευρύνεται
ώστε να καλύπτει το
σύνολο των συνταξιούχων
άνω των 65 ετών.
Με τη διεύρυνση
εκτιμάται ότι περίπου
270.000 επιπλέον
δικαιούχοι θα
ενταχθούν στην παροχή,
ανεβάζοντας τον συνολικό
αριθμό των ωφελούμενων
σε περίπου 2,2
εκατομμύρια.
Το ποσό των 400 ευρώ
προβλέπεται επίσης για
συγκεκριμένες
κατηγορίες, όπως
δικαιούχους σύνταξης
λόγω θανάτου άνω των 60
ετών, άτομα με αναπηρία
και ανασφάλιστους
υπερήλικες.
Παράλληλα, οι συντάξεις
θα συνεχίσουν να
αυξάνονται με βάση τον
συνδυασμό ανάπτυξης και
πληθωρισμού, χωρίς
συμψηφισμό με την
προσωπική διαφορά.
Το
κράτος επενδύει για τα
παιδιά από τη γέννησή
τους
Στο πακέτο
περιλαμβάνεται και μια
διαφορετική παρέμβαση,
με πιο μακροπρόθεσμο
χαρακτήρα.
Ο ειδικός επενδυτικός
λογαριασμός για τη νέα
γενιά θα μπορεί να
ανοίγει μέσα στα δύο
πρώτα χρόνια από τη
γέννηση ενός παιδιού.
Για κάθε ευρώ που
καταβάλλει η οικογένεια,
το κράτος θα προσθέτει
άλλο ένα, έως
1.200 ευρώ ετησίως
αρχικά.
Το όριο θα αυξάνεται
κατά 10% κάθε πέντε
χρόνια, ενώ τα χρήματα
θα επενδύονται μέχρι την
ενηλικίωση.
Με τις μέγιστες
προβλεπόμενες καταβολές,
οι συνολικές εισφορές
οικογένειας και κράτους
μπορούν να φτάσουν τα
49.304 ευρώ
μέχρι τα 18.
Το τελικό κεφάλαιο,
ωστόσο, θα εξαρτηθεί από
τις επενδυτικές
αποδόσεις.
Μικρότερες εισφορές για
τον ιδιωτικό τομέα
Από τον Απρίλιο του 2027
οι ασφαλιστικές εισφορές
στον ιδιωτικό τομέα
μειώνονται κατά
0,5 ποσοστιαία μονάδα.
Ολόκληρη η μείωση αφορά
την πλευρά του
εργαζομένου, με
αποτέλεσμα να αυξάνεται
αντίστοιχα το καθαρό
εισόδημα.
Πρόκειται για παρέμβαση
που λειτουργεί
συμπληρωματικά στις
αυξήσεις του κατώτατου
μισθού, ενισχύοντας το
καθαρό διαθέσιμο
εισόδημα.
Επενδύσεις και νέα
χρηματοδότηση 5 δισ.
ευρώ για τις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
Στο επενδυτικό σκέλος
ξεχωρίζει η αξιοποίηση
1,5 δισ. ευρώ
από τα δάνεια του
Ταμείου Ανάκαμψης
μέσω της Ελληνικής
Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Τα κεφάλαια θα
διοχετευθούν σε δύο νέα
προγράμματα για
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις: ένα
δανειοδοτικό ύψους 1,1
δισ. ευρώ και ένα
εγγυοδοτικό 400 εκατ.
ευρώ.
Με τη συμμετοχή των
τραπεζών, τα εργαλεία
αυτά αναμένεται να
κινητοποιήσουν συνολικά
περίπου 5 δισ.
ευρώ χρηματοδότησης.
Παράλληλα, οι
επιχειρήσεις αποκτούν
ευνοϊκότερο φορολογικό
πλαίσιο για τις
επενδύσεις τους, καθώς
οι αποσβέσεις νέου
μηχανολογικού εξοπλισμού
μειώνονται χρονικά από
τα 10 στα 6 έτη.
Μια διαφορετική
φορολόγηση για πολύ
υψηλές αμοιβές στελεχών
Στο πακέτο υπάρχει και
μία παρέμβαση που αφορά
υψηλά αμειβόμενα στελέχη
επιχειρήσεων.
Από την 1η Ιανουαρίου
2027, το μέρος των
αμοιβών που προκύπτει
από συμμετοχή στα κέρδη
και υπερβαίνει τις
60.000 ευρώ
θα φορολογείται με
συντελεστή 15%,
αντί του σημερινού
συντελεστή 5% που
εφαρμόζεται στα
μερίσματα.
Η αλλαγή στοχεύει ειδικά
σε περιπτώσεις πολύ
υψηλών αμοιβών μελών
διοικητικών συμβουλίων
και ανώτερων στελεχών.
Στέγαση: Νέο «Σπίτι μου
III»
και μέτρα για τα ακίνητα
Σημαντικό μέρος του
πακέτου αφορά την αγορά
κατοικίας.
Το νέο πρόγραμμα
«Σπίτι μου
III»,
συνολικού ύψους 2 δισ.
ευρώ, θα στηρίξει την
απόκτηση πρώτης
κατοικίας μέσω
χαμηλότοκων στεγαστικών
δανείων.
Παράλληλα, αυξάνεται το
ηλικιακό όριο στα 55
έτη, από 50, ενώ η
μέγιστη αξία του
ακινήτου ανεβαίνει στα
300.000 ευρώ,
από 250.000 ευρώ.
Το ανώτατο ποσό δανείου
αυξάνεται στα 230.000
ευρώ και η χρηματοδότηση
μπορεί να φτάσει έως το
90% της αξίας του
ακινήτου.
Συμπληρωματικά,
παρατείνονται φορολογικά
κίνητρα για την
επιστροφή κενών
κατοικιών στη
μακροχρόνια μίσθωση, οι
εκπτώσεις για
ενεργειακές και άλλες
αναβαθμίσεις κτιρίων, η
απαλλαγή ΦΠΑ στα νέα
κτίρια και οι
περιορισμοί στις νέες
βραχυχρόνιες μισθώσεις
σε συγκεκριμένες
περιοχές Αθήνας και
Θεσσαλονίκης.
Παράλληλα, από το 2027
αυξάνεται από 3% σε
15% ο φόρος
μεταβίβασης για
κατοικίες που
αγοράζονται από πολίτες
τρίτων χωρών,
εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση
έχει στόχο τον
περιορισμό της πρόσθετης
εξωτερικής ζήτησης σε
μια αγορά όπου οι τιμές
έχουν ήδη αυξηθεί
σημαντικά.
Μηδενικός ΕΝΦΙΑ σε
μικρούς οικισμούς
Από το 2027 διευρύνεται
και η απαλλαγή από τον
ΕΝΦΙΑ σε μικρούς
οικισμούς.
Το όριο αυξάνεται στους
2.000 κατοίκους,
από 1.500, ενώ στη
Δυτική Μακεδονία φτάνει
τους 2.200 κατοίκους.
Με τη διεύρυνση
προστίθενται περίπου 131
οικισμοί και περίπου
62.000 επιπλέον
ιδιοκτήτες στους
δικαιούχους.
Συνολικά, η ρύθμιση θα
καλύπτει πλέον περίπου
12.855 οικισμούς.
Το μεγάλο στοίχημα είναι
οι επενδύσεις
Πέρα από τα μέτρα άμεσης
ενίσχυσης του
εισοδήματος, το
οικονομικό επιτελείο
επιχειρεί να μετατοπίσει
το βάρος προς τις
επενδύσεις.
Ο στόχος είναι το
ποσοστό των επενδύσεων
στο ΑΕΠ να αυξηθεί από
16,9% το 2025
και 17,7% το 2026 σε
πάνω από 20% έως το 2030.
Σε απόλυτους αριθμούς,
οι ετήσιες επενδύσεις
εκτιμάται ότι θα
αυξηθούν από περίπου 46
δισ. ευρώ το 2026 σε
περισσότερα από
60 δισ. ευρώ το 2030.
Η επιδίωξη είναι η
αύξηση αυτή να
δημιουργήσει μεγαλύτερη
παραγωγική βάση και,
κυρίως, περισσότερες
θέσεις εργασίας με
υψηλότερες αμοιβές.
Οι στόχοι έως το 2030
Το οικονομικό επιτελείο
έχει θέσει ένα
συγκεκριμένο πλαίσιο
στόχων για την επόμενη
τετραετία.
Το ονομαστικό ΑΕΠ
αναμένεται να ξεπεράσει
τα 310 δισ. ευρώ
το 2030, από
περίπου 262 δισ. ευρώ το
2026.
Η πραγματική ανάπτυξη
προβλέπεται να
διατηρηθεί πάνω από το
2% ετησίως, με στόχο η
ελληνική οικονομία να
συνεχίσει να
αναπτύσσεται ταχύτερα
από την Ευρωζώνη.
Ο μέσος μισθός πλήρους
απασχόλησης εκτιμάται
ότι θα ξεπεράσει τα
1.700 ευρώ έως
το 2028 και τα
1.800 ευρώ έως
το 2030, από
1.516 ευρώ το 2025.
Την ίδια στιγμή, η
κυβέρνηση στοχεύει σε
περαιτέρω αποκλιμάκωση
του χρέους. Ο λόγος
χρέους προς ΑΕΠ
προβλέπεται να
υποχωρήσει κάτω από
120% το 2029
και κάτω από
110% το 2031,
από περίπου 137% το
2026.
Παράλληλα, ο στόχος
είναι η χώρα να φτάσει
έως το 2030 στην ανώτερη
ενδιάμεση βαθμίδα
πιστοληπτικής
αξιολόγησης, το
Α.
Από την κατανάλωση στην
παραγωγική οικονομία
Το ενδιαφέρον στοιχείο
του πακέτου της ΔΕΘ
είναι ότι επιχειρεί να
συνδυάσει δύο
διαφορετικές
κατευθύνσεις.
Από τη μία πλευρά,
υπάρχουν άμεσες
παρεμβάσεις στο
εισόδημα: χαμηλότεροι
φόροι και εισφορές,
υψηλότεροι μισθοί,
μεγαλύτερη στήριξη
συνταξιούχων,
οικογενειών και αγροτών.
Από την άλλη, υπάρχει
ένας σαφής στόχος να
διοχετευθούν περισσότερα
κεφάλαια σε επενδύσεις,
επιχειρήσεις, υποδομές
και παραγωγικές
δραστηριότητες.
Αυτό είναι και το
μεγαλύτερο στοίχημα της
περιόδου έως το 2030.
Η δημοσιονομική
δυνατότητα για
φορολογικές ελαφρύνσεις
μπορεί να ενισχύσει
άμεσα το διαθέσιμο
εισόδημα. Για να
διατηρηθεί όμως η αύξηση
των μισθών, η
αποκλιμάκωση του χρέους
και η ανάπτυξη πάνω από
2% σε βάθος χρόνου,
απαιτείται παράλληλα
ισχυρότερη παραγωγική
βάση.
Με άλλα λόγια, το
ζητούμενο δεν είναι μόνο
να αυξηθεί το εισόδημα
που μένει σήμερα στην
τσέπη, αλλά να
δημιουργηθούν οι
συνθήκες ώστε η ελληνική
οικονομία να παράγει
περισσότερο, να
επενδύει περισσότερο και
να πληρώνει υψηλότερους
μισθούς.
Εκεί θα κριθεί τελικά
εάν το πακέτο των 3,6
δισ. ευρώ αποτελεί απλώς
μια σειρά δημοσιονομικών
παρεμβάσεων ή εάν μπορεί
να λειτουργήσει ως μέρος
ενός ευρύτερου σχεδίου
οικονομικής σύγκλισης
έως το 2030.
|