|
Η
ταχεία μείωση του
ελληνικού χρέους θα
στηριχθεί από τα
πρωτογενή πλεονάσματα,
τα οποία αναμένεται να
μειωθούν σταδιακά, αλλά
να διατηρηθούν σε
επίπεδα πάνω από 2%.
Ειδικότερα, για φέτος το
πρωτογενές πλεόνασμα
προβλέπεται στο 3,4%
έναντι 4,9% το 2025, για
το 2027 στο 2,6% και για
το 2031 στο 2,4%. Το
συνολικό δημοσιονομικό
ισοζύγιο, που
περιλαμβάνει και τις
δαπάνες για τόκους
εξυπηρέτησης του χρέους,
προβλέπεται να έχει
πλεόνασμα 0,3% φέτος από
πλεόνασμα 1,7% το 2025,
ενώ το 2027 προβλέπεται
να έχει έλλειμμα 0,6%
και το 2031 έλλειμμα
περίπου 1%.
Τα
δημόσια έσοδα ως ποσοστό
του ΑΕΠ προβλέπονται στο
50% φέτος, όσο περίπου
και πέρυσι, ενώ το 2027
αναμένεται να μειωθούν
στο 48,6% και το 2031
στο 48%. Οι δημόσιες
δαπάνες αυξάνονται στο
49,7% φέτος από 48,3%
πέρυσι, αλλά αναμένεται
να μειωθούν στο 49,3% το
2027 και κοντά στο 49%
το 2031.
Μέτρα για το υψηλό χρέος
των ανεπτυγμένων χωρών
Στην έκθεση του για τις
δημοσιονομικές
προοπτικές (Fiscal
Monitor Blog), το ΔΝΤ
τονίζει ότι τo υψηλό
χρέος μεγάλων
ανεπτυγμένων χωρών, όπως
των ΗΠΑ, είναι ο βασικός
λόγος που αυξάνονται οι
αποδόσεις των ομολόγων
και καλεί τις χώρες
αυτές να λάβουν
επειγόντως μέτρα για να
θέσουν το χρέος τους σε
βιώσιμη τροχιά και να
περιορίσουν τις
επιπτώσεις του στον
υπόλοιπο κόσμο.
Το
Ταμείο σημειώνει ότι οι
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων κρατικών
ομολόγων έχουν αυξηθεί
απότομα σε αρκετές
μεγάλες ανεπτυγμένες
οικονομίες. Μεταξύ
Φεβρουαρίου και
Σεπτεμβρίου, η μέση
απόδοση των 10ετών
κρατικών ομολόγων της G7
(των επτά μεγαλύτερων
αναπτυγμένων οικονομιών)
αυξήθηκε περισσότερο από
μία ποσοστιαία μονάδα,
φτάνοντας στο υψηλότερο
επίπεδό εδώ και σχεδόν
δύο δεκαετίες.
«Διάφοροι παράγοντες
ωθούν τις αποδόσεις προς
τα πάνω στις
ανεπτυγμένες χώρες,
μεταξύ των οποίων είναι
η απότομη αύξηση της
τιμής του πετρελαίου, ο
επίμονος πληθωρισμός, η
ισχυρότερη ζήτηση για
επενδύσεις και οι
υψηλότερες προσδοκίες
για μελλοντική ανάπτυξη
που συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, τα θεμελιώδη
δημοσιονομικά μεγέθη
είναι καθοριστικής
σημασίας. Σε μεγάλες
ανεπτυγμένες οικονομίες,
το υψηλό χρέος, οι
πιέσεις στις δαπάνες και
η προοπτική μεγάλων
εκδόσεων ομολόγων τα
επόμενα χρόνια ασκούν
ανοδική πίεση στις
αποδόσεις που απαιτούν
οι επενδυτές για να
διακρατήσουν
μακροπρόθεσμα ομόλογα»,
αναφέρει το ΔΝΤ.
Στις ΗΠΑ, οι δαπάνες για
τόκους προβλέπεται να
αυξηθούν από περίπου
2,8% του ΑΕΠ πριν από
την πανδημία σε 5,7% το
2031, ένα ποσό που
αντιστοιχεί στις
προβλεπόμενες δαπάνες
για την Κοινωνική
Ασφάλιση.
«Οι
υψηλότερες αποδόσεις των
ομολόγων αφήνουν στις
χώρες μικρότερο
περιθώριο για
καθυστέρηση. Οι μεγάλες
ανεπτυγμένες οικονομίες
με υψηλό χρέος
χρειάζονται συγκεκριμένα
μέτρα που να βασίζονται
σε αξιόπιστα
μεσοπρόθεσμα σχέδια και
ρεαλιστικές παραδοχές.
Αυτό είναι απαραίτητο
για να τεθεί το χρέος σε
βιώσιμη τροχιά, να
περιοριστούν τα κόστη
δανεισμού και να
περιοριστούν οι
δευτερογενείς επιπτώσεις
στον υπόλοιπο κόσμο. Η
καθυστέρηση της
προσαρμογής θα οδηγούσε
σε αύξηση του
επιτοκιακού βάρους και
των δημοσιονομικών
ευπαθειών, θα περιόριζε
περαιτέρω τις επιλογές
πολιτικής και, τελικά,
θα απαιτούσε μια
μεγαλύτερη προσαρμογή
για τη σταθεροποίηση του
χρέους. Όσο περισσότερο
περιμένουν οι χώρες,
τόσο πιο επώδυνη γίνεται
η προσαρμογή», σημειώνει
το ΔΝΤ.
|