|
«Η Ελλάδα έμαθε πάρα
πολλά και θέλει πλέον να
μοιραστεί αυτή τη γνώση
με άλλους», ανέφερε η κ.
Γκεοργκίεβα,
συγχαίροντας τη χώρα για
την πρωτοβουλία της. Η
τοποθέτησή της
αναδεικνύει τη μεταβολή
της θέσης της Ελλάδας
στο διεθνές οικονομικό
περιβάλλον, από μια χώρα
που χρειάστηκε
εκτεταμένη εξωτερική
στήριξη σε ένα κράτος
που επιδιώκει να
μεταφέρει τεχνογνωσία
και να συνεισφέρει στην
αντιμετώπιση αντίστοιχων
προκλήσεων.
Πιερρακάκης: Στόχος να
συνεχίσουμε να
εκπλήσσουμε θετικά
Από την πλευρά του, ο
υπουργός Εθνικής
Οικονομίας και
Οικονομικών, Κυριάκος
Πιερρακάκης, αναφέρθηκε
στις προοπτικές της
ελληνικής οικονομίας,
επισημαίνοντας ότι οι
εκτιμήσεις του ΔΝΤ
βρίσκονται σε
ευθυγράμμιση με τις
προβλέψεις που
περιλαμβάνονται στο
προσχέδιο του
προϋπολογισμού του 2027.
Με βάση τις
συγκεκριμένες
προβλέψεις, το δημόσιο
χρέος αναμένεται να
υποχωρήσει στο 130,6%
του ΑΕΠ το 2026 και
περαιτέρω στο 128,7% το
2027. Παράλληλα, η
Ελλάδα εξακολουθεί να
καταγράφει υψηλά
πρωτογενή πλεονάσματα,
τα οποία αποτελούν
βασικό στοιχείο της
δημοσιονομικής της
στρατηγικής.
«Συνήθως το ΔΝΤ είναι
εκείνο που διατυπώνει
τις πιο επιφυλακτικές
εκτιμήσεις, ενώ εμείς
προσπαθούμε να
εκπλήσσουμε θετικά.
Σκοπεύουμε να κάνουμε το
ίδιο και την επόμενη
χρονιά», ανέφερε ο
υπουργός, εκφράζοντας
την προσδοκία ότι η
ελληνική οικονομία θα
συνεχίσει να κινείται με
καλύτερες επιδόσεις από
εκείνες που προβλέπονται
αρχικά.
Ο κ. Πιερρακάκης
υπογράμμισε ότι η
ελληνική περίπτωση
αποδεικνύει πως η
δημοσιονομική εξυγίανση
μπορεί να αποτελέσει
προϋπόθεση για την
ανάπτυξη, εφόσον
συνδυάζεται με
μεταρρυθμίσεις και
πολιτικές που ενισχύουν
την οικονομική
δραστηριότητα.
«Προέρχομαι από μια χώρα
που στο παρελθόν λάμβανε
στήριξη από αυτόν τον
οργανισμό. Και σήμερα
είμαστε μια χώρα που
προσφέρει στήριξη στους
πολίτες και στις
επιχειρήσεις της»,
σημείωσε, συνδέοντας τη
σημερινή δημοσιονομική
κατάσταση με τις
δυνατότητες της χώρας να
αντιμετωπίσει τις νέες
προκλήσεις.
Παράλληλα, αναφέρθηκε
στις πιέσεις που
δημιουργεί η ενεργειακή
κρίση ενόψει του
χειμώνα, επισημαίνοντας
ότι η οικονομική
πολιτική πρέπει να
λαμβάνει υπόψη τις
επιπτώσεις του αυξημένου
ενεργειακού κόστους τόσο
στα νοικοκυριά όσο και
στις επιχειρήσεις.
Η
γαλλική οικονομία και οι
αποδόσεις των ομολόγων
Στο επίκεντρο της
συζήτησης βρέθηκαν και
οι εξελίξεις στη Γαλλία,
με τον υπουργό να
σημειώνει ότι οι
ευρωπαϊκοί θεσμοί
παρακολουθούν στενά την
κατάσταση, χωρίς ωστόσο
να θεωρούν ότι έχει
διαμορφωθεί συνθήκη
συναγερμού.
«Παραμένουμε σε
επιφυλακή, αλλά όχι σε
συναγερμό», ανέφερε,
υποστηρίζοντας ότι τα
θεμελιώδη μεγέθη της
ευρωπαϊκής οικονομίας
και η εμπειρία που έχει
αποκτήσει η Ευρώπη από
προηγούμενες κρίσεις
αποτελούν παράγοντες
ανθεκτικότητας.
Όπως εξήγησε, η Ευρώπη
έχει αντιμετωπίσει
διαδοχικές οικονομικές
και γεωπολιτικές
αναταράξεις και έχει
αναπτύξει μηχανισμούς
που δεν υπήρχαν την
προηγούμενη δεκαετία.
Στο πλαίσιο αυτό,
εκτίμησε ότι η σημερινή
κατάσταση πρέπει να
αξιολογείται με βάση
τόσο τις πιέσεις που
καταγράφονται στις
αγορές όσο και τις
θεσμικές και οικονομικές
δυνατότητες των
κρατών-μελών.
Ο υπουργός στάθηκε
ιδιαίτερα στο αυξημένο
επίπεδο των αποδόσεων
των κρατικών ομολόγων,
επισημαίνοντας τη
μεταβολή που έχει
σημειωθεί σε σχέση με το
2016. Τότε, η μέση
απόδοση ενός δεκαετούς
ομολόγου βρισκόταν στο
1,1%, ενώ σήμερα έχει
διαμορφωθεί περίπου στο
4%.
Όπως ανέφερε, οι
αποδόσεις ανέρχονται σε
5,4% για το Ηνωμένο
Βασίλειο, 5,2% για τις
ΗΠΑ, 4,9% για τη Γαλλία
και 4,4% για την Ελλάδα.
Η μεταβολή αυτή
αναδεικνύει τη σημασία
της δημοσιονομικής
αξιοπιστίας σε ένα
περιβάλλον υψηλότερου
κόστους χρηματοδότησης.
Όταν οι αποδόσεις
αυξάνονται, οι αγορές
αξιολογούν με μεγαλύτερη
προσοχή την πορεία των
δημόσιων οικονομικών, τη
δυνατότητα εξυπηρέτησης
του χρέους και τη
συνέπεια των κυβερνήσεων
ως προς τους
δημοσιονομικούς τους
στόχους.
Για την Ελλάδα, η
διατήρηση της
δημοσιονομικής
σταθερότητας και η
περαιτέρω αποκλιμάκωση
του λόγου χρέους προς
ΑΕΠ αποτελούν κρίσιμους
παράγοντες για τη
διαχείριση του κόστους
δανεισμού και τη
διατήρηση της
εμπιστοσύνης των
επενδυτών.
Ισχυρότερες τράπεζες και
διαφορετικό θεσμικό
πλαίσιο στην Ευρώπη
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης
υπογράμμισε ότι η
σημερινή Ευρώπη διαθέτει
ισχυρότερες τραπεζικές
κεφαλαιακές βάσεις και
ένα διαφορετικό θεσμικό
πλαίσιο σε σύγκριση με
εκείνο που ίσχυε το
2010.
Όπως ανέφερε, οι
ευρωπαϊκές τράπεζες
είναι σήμερα καλύτερα
κεφαλαιοποιημένες, ενώ
οι μηχανισμοί εποπτείας
και δημοσιονομικής
διαχείρισης έχουν
εξελιχθεί. Παράλληλα, το
ευρωπαϊκό δημοσιονομικό
πλαίσιο προβλέπει
κανόνες για τη διατήρηση
της δημοσιονομικής
ισορροπίας, ακόμη και
όταν ορισμένα κράτη
αποκλίνουν προσωρινά από
τους στόχους τους.
Με βάση αυτά τα
δεδομένα, ο υπουργός
εξέφρασε την εκτίμηση
ότι η δημοσιονομική
πορεία που προτείνει η
γαλλική κυβέρνηση θα
υλοποιηθεί. Αναγνώρισε,
ωστόσο, ότι οι αγορές
καταγράφουν
διαφοροποιήσεις στις
αποδόσεις των ομολόγων
των κρατών-μελών.
«Βλέπουμε
διαφοροποιήσεις στις
αποδόσεις των ομολόγων.
Δεν βλέπουμε
κατακερματισμό στην
Ευρώπη», ανέφερε
χαρακτηριστικά,
υποστηρίζοντας ότι οι
διαφορές στο κόστος
δανεισμού δεν συνιστούν
από μόνες τους ένδειξη
διάσπασης της ευρωπαϊκής
χρηματοπιστωτικής
αγοράς.
Η θέση αυτή συνδέεται με
την εκτίμηση ότι η
Ευρώπη διαθέτει πλέον
ισχυρότερους θεσμούς και
μεγαλύτερη δυνατότητα
συντονισμού σε σχέση με
την προηγούμενη
δεκαετία. Παράλληλα, η
διατήρηση της
εμπιστοσύνης των αγορών
προϋποθέτει συνεπή
εφαρμογή δημοσιονομικών
πολιτικών και αξιόπιστα
σχέδια για τη διαχείριση
των δημόσιων
οικονομικών.
Το
ελληνικό παράδειγμα και
η σημασία της
δημοσιονομικής
πειθαρχίας
Ο υπουργός υποστήριξε
ότι η εμπειρία της
Ελλάδας θα μπορούσε να
αποτελέσει πηγή
έμπνευσης για άλλες
ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως
σε μια περίοδο κατά την
οποία η δημοσιονομική
πολιτική αποκτά αυξημένη
σημασία.
Όπως ανέφερε, πριν από
δέκα ή δεκαπέντε χρόνια
οι συζητήσεις στο
Eurogroup
επικεντρώνονταν σε
μεγάλο βαθμό στα
δημοσιονομικά
προβλήματα. Σήμερα, η
δημοσιονομική
σταθερότητα εξακολουθεί
να αποτελεί βασικό
ζήτημα, αλλά οι
κυβερνήσεις καλούνται
παράλληλα να
αντιμετωπίσουν ένα
ευρύτερο σύνολο
προκλήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρέθεσε, πέντε
ευρωπαϊκές χώρες
καταγράφουν
δημοσιονομικό πλεόνασμα
στο συνολικό ισοζύγιό
τους. Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται η Δανία,
η Ελλάδα, η Κύπρος, η
Ιρλανδία και η
Πορτογαλία. Ο υπουργός
επισήμανε ότι οι
τέσσερις τελευταίες
είχαν ενταχθεί σε
προγράμματα οικονομικής
προσαρμογής κατά την
προηγούμενη δεκαετία.
Η εμπειρία αυτή, όπως
σημείωσε, δείχνει ότι η
δημοσιονομική εξυγίανση
μπορεί να προκύψει ακόμη
και μέσα από ιδιαίτερα
δύσκολες οικονομικές
συνθήκες. Ωστόσο,
υπογράμμισε ότι ο
ιδανικός στόχος είναι η
επίτευξη δημοσιονομικής
ισορροπίας μέσα από
συνειδητές πολιτικές
επιλογές και όχι ως
αποτέλεσμα μιας
τραυματικής κρίσης.
Η επισήμανση έχει
ιδιαίτερη βαρύτητα στο
σημερινό διεθνές
περιβάλλον, καθώς οι
κυβερνήσεις καλούνται να
διαχειριστούν ταυτόχρονα
αυξημένες δαπάνες,
υψηλότερο κόστος
χρηματοδότησης και
ανάγκες για νέες
επενδύσεις.
Ενεργειακό κόστος,
γεωπολιτικές πιέσεις και
τεχνητή νοημοσύνη
Περιγράφοντας το
περιβάλλον στο οποίο
καλούνται να κινηθούν οι
ευρωπαϊκές οικονομίες, ο
κ. Πιερρακάκης
αναφέρθηκε στον
γεωπολιτικό
κατακερματισμό, στο
αυξημένο ενεργειακό
κόστος και στις
δημοσιονομικές πιέσεις
που αντιμετωπίζουν τα
κράτη.
Όπως σημείωσε, το μέσο
δημοσιονομικό έλλειμμα
στην Ευρώπη ήταν 1,7%
πριν από δέκα χρόνια,
ενώ σήμερα έχει
διαμορφωθεί στο 3,5%.
Παράλληλα, οι ανάγκες
για κοινωνικές δαπάνες
αυξάνονται, ενώ
απαιτούνται σημαντικοί
πόροι για την υλοποίηση
επενδύσεων σε υποδομές,
ενέργεια και τεχνολογία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε
στην τεχνητή νοημοσύνη,
την οποία χαρακτήρισε
όχι μόνο τεχνολογική,
αλλά και μακροοικονομική
δύναμη.
Η ανάπτυξη της τεχνητής
νοημοσύνης μεταβάλλει
τις ανάγκες
χρηματοδότησης, καθώς οι
εταιρείες τεχνολογίας
πραγματοποιούν μεγάλες
επενδύσεις σε
υπολογιστική ισχύ,
κέντρα δεδομένων και
ψηφιακές υποδομές.
Ταυτόχρονα, τα κράτη
πρέπει να
χρηματοδοτήσουν τις
δικές τους στρατηγικές
προτεραιότητες, γεγονός
που εντείνει τον
ανταγωνισμό για την
προσέλκυση κεφαλαίων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
δημοσιονομική πειθαρχία
αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία, καθώς οι
κυβερνήσεις πρέπει να
διατηρήσουν την
αξιοπιστία τους στις
αγορές, εξασφαλίζοντας
παράλληλα πόρους για την
ανάπτυξη.
«Βάλτε σε τάξη τα
δημόσια οικονομικά σας.
Οι αγορές παρακολουθούν
τη δημοσιονομική σας
πορεία και, ιδιαίτερα σε
ένα περιβάλλον υψηλών
αποδόσεων των ομολόγων,
την εξετάζουν με ακόμη
μεγαλύτερη προσοχή»,
ήταν το μήνυμα του
υπουργού, ο οποίος
πρόσθεσε ότι η
δημοσιονομική εξυγίανση
πρέπει να προχωρά
ταυτόχρονα με την
εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Η
διεθνής παρουσία της
Ελλάδας και ο ρόλος του
Eurogroup
Οι δηλώσεις έγιναν στο
πλαίσιο της κεντρικής
συζήτησης του ΔΝΤ για
την παγκόσμια οικονομία,
με τίτλο «Debate
on
the
Global
Economy:
Forging
Resilient
and
Dynamic
Economies
for
the
Future»,
η οποία πραγματοποιήθηκε
στο πλαίσιο της Ετήσιας
Συνόδου του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου και
της Παγκόσμιας Τράπεζας
στη Μπανγκόκ.
Στη συζήτηση
συμμετείχαν, εκτός από
την Κρισταλίνα
Γκεοργκίεβα και τον
Κυριάκο Πιερρακάκη, ο
αντιπρόεδρος της
κυβέρνησης και υπουργός
Οικονομικών της
Ταϊλάνδης, Εκνίτι
Νιτιτανπραπάς, ο
υπουργός Οικονομίας της
Αργεντινής, Λουίς
Καπούτο, και ο διοικητής
της Κεντρικής Τράπεζας
της Νιγηρίας, Ολαγέμι
Καρντόσο. Τη συζήτηση
συντόνισε η
δημοσιογράφος του
Bloomberg,
Λίζα Αμπράμοβιτς.
Η παρουσία του Έλληνα
υπουργού αποκτά πρόσθετη
σημασία λόγω του ρόλου
του ως προέδρου του
Eurogroup.
Στο πλαίσιο των διεθνών
επαφών του, πρόκειται να
συμμετάσχει στη
συνεδρίαση των υπουργών
Οικονομικών και των
διοικητών των κεντρικών
τραπεζών των χωρών της
G7,
καθώς και στην ευρωπαϊκή
συντονιστική συνάντηση
που θα προηγηθεί.
Οι συζητήσεις
πραγματοποιούνται σε μια
περίοδο αυξημένων
διεθνών προκλήσεων, κατά
την οποία η συνεργασία
μεταξύ των οικονομιών, η
διατήρηση της
χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας και η
αξιοπιστία των
δημοσιονομικών πολιτικών
αποκτούν κεντρική
σημασία.
Τα εύσημα της επικεφαλής
του ΔΝΤ προς την Ελλάδα
αποτυπώνουν τη μεταβολή
της διεθνούς εικόνας της
χώρας μετά την κρίση
χρέους. Η πρόωρη
αποπληρωμή δανείων, η
βελτίωση των
δημοσιονομικών μεγεθών
και η συμμετοχή σε
προγράμματα τεχνικής
βοήθειας προς άλλα κράτη
αποτελούν στοιχεία αυτής
της αλλαγής.
Το επόμενο στοίχημα,
ωστόσο, είναι η
διατήρηση της
δημοσιονομικής
αξιοπιστίας σε ένα
περιβάλλον υψηλότερων
επιτοκίων, αυξημένων
ενεργειακών αναγκών και
έντονου ανταγωνισμού για
κεφάλαια. Όπως προκύπτει
από τις τοποθετήσεις
τόσο της κ. Γκεοργκίεβα
όσο και του κ.
Πιερρακάκη, η εμπειρία
της ελληνικής
προσαρμογής μπορεί να
αποτελέσει χρήσιμο
παράδειγμα, αλλά η
μακροπρόθεσμη επιτυχία
θα εξαρτηθεί από τη
συνέχιση των
μεταρρυθμίσεων και την
ικανότητα της οικονομίας
να συνδυάσει τη
δημοσιονομική
σταθερότητα με βιώσιμη
ανάπτυξη.
|