|
Ωστόσο, η εικόνα που
διαμορφώνεται έναν μήνα
αργότερα είναι
περισσότερο σύνθετη.
Τα επίσημα στοιχεία των
αρμόδιων αρχών
αναμένονται το προσεχές
διάστημα και θα
επιτρέψουν να αποτυπωθεί
με μεγαλύτερη ακρίβεια η
πραγματική επίδραση του
μέτρου στις εισαγωγές,
στις παραγγελίες και
στον ανταγωνισμό με τις
ελληνικές επιχειρήσεις.
Το «κόλπο» με το
μεγαλύτερο καλάθι
Η πρώτη αντίδραση των
καταναλωτών φαίνεται πως
δεν ήταν απαραίτητα η
εγκατάλειψη των αγορών
από πλατφόρμες όπως η
Temu
και η Shein,
αλλά η προσαρμογή του
τρόπου με τον οποίο
πραγματοποιούνται οι
παραγγελίες.
Όπως ανέφερε ο
αντιπρόεδρος του
Εμπορικού Συλλόγου
Αθήνας Μιχάλης Σαββίδης,
υπήρξε αρχικά μια μικρή
ανακοπή στις
παραγγελίες, η οποία
όμως αντισταθμίστηκε από
την αύξηση της μέσης
αξίας του καλαθιού.
Με απλά λόγια, αντί ο
καταναλωτής να
πραγματοποιήσει μία
μικρή παραγγελία δύο
προϊόντων και να
επιβαρυνθεί με τον νέο
δασμό, προτιμά να
προσθέσει περισσότερα
προϊόντα στην ίδια
παραγγελία, αυξάνοντας
τη συνολική αξία της
αγοράς.
Η εξέλιξη αυτή
περιορίζει σημαντικά την
αποτελεσματικότητα του
μέτρου ως εργαλείου
αποτροπής των πολύ
μικρών αγορών.
Για την ελληνική αγορά,
συνεπώς, το ερώτημα δεν
είναι μόνο εάν μειώθηκε
ο αριθμός των δεμάτων,
αλλά και εάν μειώθηκε
ουσιαστικά η συνολική
αξία των εισαγωγών από
τις πλατφόρμες χαμηλού
κόστους.
Το μεγάλο «αγκάθι» των
τελωνείων
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία
έχει, σύμφωνα με
παράγοντες της αγοράς, η
δυνατότητα εφαρμογής του
μέτρου στην πράξη.
Ο χαμηλός βαθμός
ανταπόκρισης των
τελωνειακών υπηρεσιών
δημιουργεί
προβληματισμό, καθώς,
όπως αναφέρεται,
σημαντικός αριθμός
δεμάτων που έφτασαν στο
Διεθνές Αεροδρόμιο
Αθηνών για εκτελωνισμό
δεν ολοκλήρωσαν τη
διαδικασία.
Το πρόβλημα δεν αφορά
μόνο την Ελλάδα. Η
Ρουμανία έχει ήδη
ενημερώσει εταιρείες να
μην αποστέλλουν δέματα
προς εκτελωνισμό, καθώς
οι αρμόδιες υπηρεσίες
δεν μπορούν να
ανταποκριθούν στον
αυξημένο όγκο.
Εδώ βρίσκεται και μία
από τις μεγαλύτερες
προκλήσεις για την
ευρωπαϊκή πολιτική.
Ο νέος δασμός των
3 ευρώ αποτελεί
μεταβατικό μέτρο και θα
ισχύσει έως τις 30
Ιουνίου 2028,
με βασικό στόχο να
περιορίσει το
πλεονέκτημα των
προϊόντων που εισάγονται
απευθείας από τρίτες
χώρες και να
δημιουργήσει πιο
ισότιμους όρους
ανταγωνισμού για τις
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Το κρίσιμο όμως είναι
κατά πόσο η Ευρώπη
διαθέτει την τελωνειακή
υποδομή ώστε να
εφαρμόσει αποτελεσματικά
το μέτρο.
Οι πλατφόρμες ήδη
αναζητούν τα
«παραθυράκια»
Το γεγονός ότι το μέτρο
έχει μεταβατικό
χαρακτήρα έως το 2028
αφήνει στις μεγάλες
ηλεκτρονικές πλατφόρμες
σημαντικό χρόνο για να
προσαρμόσουν το
επιχειρηματικό τους
μοντέλο.
Και αυτό ακριβώς
φαίνεται να συμβαίνει.
Μία από τις πιθανές
λύσεις είναι η
δημιουργία ή η
αξιοποίηση
logistics
centers
εντός της ΕΕ,
όπου οι πλατφόρμες θα
μπορούν να εισάγουν
μεγαλύτερες ποσότητες
προϊόντων, να τις
αποθηκεύουν σε
ευρωπαϊκές αποθήκες και
στη συνέχεια να
πραγματοποιούν τις
παραδόσεις στους
καταναλωτές από το
εσωτερικό της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Με αυτόν τον τρόπο, το
μοντέλο των δεκάδων ή
εκατοντάδων εκατομμυρίων
μικροδεμάτων που
ξεκινούν από την Κίνα
μπορεί σταδιακά να
μετατραπεί σε ένα
μοντέλο μαζικών
εισαγωγών προς ευρωπαϊκά
hubs
και στη συνέχεια τοπικής
διανομής.
Αυτό θα μπορούσε να
περιορίσει το κόστος ανά
προϊόν και ταυτόχρονα να
μειώσει την επίπτωση του
νέου δασμού στον τελικό
καταναλωτή.
4 δισ. δέματα στην
Ευρώπη
Το μέγεθος της αγοράς
εξηγεί γιατί οι μεγάλες
πλατφόρμες έχουν ισχυρό
κίνητρο να
προσαρμοστούν.
Μόνο το 2025 εκτιμάται
ότι περίπου 4
δισ. δέματα από
εξωχώριες εταιρείες
παραδόθηκαν σε
Ευρωπαίους καταναλωτές.
Με μέση αξία παραγγελίας
περίπου 40 ευρώ
ανά πακέτο, ο
συνολικός τζίρος
προσεγγίζει τα
160 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για ένα
τεράστιο οικονομικό
μέγεθος, το οποίο εξηγεί
και την αυξανόμενη πίεση
από την ευρωπαϊκή
εμπορική αγορά για
αυστηρότερο έλεγχο των
εισαγωγών χαμηλής αξίας.
Το ζήτημα, επομένως, δεν
αφορά απλώς έναν μικρό
δασμό ανά πακέτο. Αφορά
τη διαμόρφωση ενός νέου
μοντέλου ηλεκτρονικού
εμπορίου στην Ευρώπη.
Temu:
Αύξηση του ελάχιστου
καλαθιού
Η Temu
ήταν από τις πρώτες
πλατφόρμες που
προχώρησαν σε αλλαγές.
Λίγες ημέρες μετά την
εφαρμογή του νέου
καθεστώτος, αύξησε το
ελάχιστο ποσό
παραγγελίας στα
10 ευρώ για την πρώτη
αγορά και στα 20 ευρώ
για τις επόμενες.
Παράλληλα, ενημέρωσε
τους καταναλωτές ότι για
παραγγελίες που
αποστέλλονται από χώρες
εκτός ΕΕ και έχουν αξία
έως 150 ευρώ,
επιβάλλονται τέλη
εισαγωγής 3 ευρώ
ανά διαφορετικό είδος,
πλέον του ισχύοντος ΦΠΑ.
Η κίνηση είναι
χαρακτηριστική της
προσαρμογής των
πλατφορμών: αντί να
απορροφήσουν το κόστος,
μεταφέρουν μέρος του
στον καταναλωτή, ενώ
ταυτόχρονα δημιουργούν
κίνητρο για μεγαλύτερα
καλάθια.
Shein:
Στροφή στις ευρωπαϊκές
αποθήκες
Ανάλογη στρατηγική
ακολουθεί και η
Shein,
η οποία στην ελληνική
εφαρμογή της δίνει
μεγαλύτερη έμφαση στην
επιλογή «Αποθήκη
ΕΕ».
Παράλληλα, προσαρμόζει
τους όρους αποστολής και
τα κίνητρα προς τους
καταναλωτές.
Για παραγγελίες κάτω των
19 ευρώ,
το κόστος αποστολής
ανέρχεται σε
4,90 ευρώ, είτε
πρόκειται για παραλαβή
από locker
ή κατάστημα είτε για
κανονική παράδοση. Για
παραγγελίες άνω των 19
ευρώ, η αποστολή γίνεται
δωρεάν, έναντι ορίου 39
ευρώ που ίσχυε
προηγουμένως.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
δείχνει ότι οι
πλατφόρμες δεν
αντιμετωπίζουν τον δασμό
των 3 ευρώ ως ένα απλό
επιπλέον κόστος, αλλά ως
παράγοντα που μπορεί να
επιταχύνει την αλλαγή
ολόκληρης της
εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το μεγάλο στοίχημα για
το ελληνικό εμπόριο
Για την ελληνική αγορά,
το ερώτημα είναι εάν ο
νέος δασμός θα καταφέρει
τελικά να αλλάξει τους
όρους του ανταγωνισμού ή
εάν οι μεγάλες
πλατφόρμες θα τον
απορροφήσουν μέσω
οικονομιών κλίμακας και
αλλαγών στη διαδικασία
διανομής.
Η αρχική μείωση των
μικροδεμάτων είναι
αναμφίβολα θετική
ένδειξη. Όμως η αύξηση
της μέσης αξίας των
παραγγελιών, η χρήση
ευρωπαϊκών αποθηκών και
η δυνατότητα μεταφοράς
των προϊόντων σε
ευρωπαϊκά
logistics
hubs
μπορούν να περιορίσουν
σημαντικά την
αποτελεσματικότητα του
μέτρου.
Το κρίσιμο επομένως δεν
είναι μόνο πόσα
δέματα θα εισάγονται
στην Ευρώπη,
αλλά με ποιον
τρόπο θα εισάγονται, πού
θα εκτελωνίζονται και
ποιος τελικά θα
επωμίζεται το κόστος.
Για το ελληνικό εμπόριο,
η μάχη με τις
Temu
και Shein
δεν κρίνεται στα 3 ευρώ.
Κρίνεται στο κατά πόσο η
Ευρώπη θα μπορέσει να
επιβάλει πραγματικά
ισότιμους κανόνες
ανταγωνισμού, χωρίς να
αφήσει τις μεγάλες
πλατφόρμες να
μετατρέψουν τον νέο
δασμό σε ακόμη ένα
κόστος που τελικά θα
ενσωματωθεί στην τιμή ή
θα παρακαμφθεί μέσω μιας
διαφορετικής
εφοδιαστικής αλυσίδας.
|