|
Παρότι ο ρυθμός
ανάπτυξης εξακολουθεί να
κινείται υψηλότερα από
τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης, όπου
προβλέπεται ανάπτυξη
μόλις 0,9%, η
επιβράδυνση θεωρείται
σημαντική σε σύγκριση με
την προηγούμενη εκτίμηση
για ανάπτυξη 2,1%.
Ταυτόχρονα, οι
πληθωριστικές πιέσεις
εντείνονται, καθώς η
ενεργειακή κρίση
προστίθεται στο ήδη
υψηλό κόστος ζωής που
αντιμετώπιζε η Ελλάδα σε
σχέση με άλλες
ευρωπαϊκές οικονομίες. Η
άνοδος των τιμών
ενέργειας διαβρώνει το
πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα των
νοικοκυριών,
περιορίζοντας την
κατανάλωση, η οποία
παραμένει βασικός
πυλώνας του ελληνικού
ΑΕΠ.
Οι εκτιμήσεις της
Κομισιόν βασίζονται στην
παραδοχή ότι οι τιμές
της ενέργειας θα
κορυφωθούν στο τρέχον
τρίμηνο και στη συνέχεια
θα αρχίσουν να
αποκλιμακώνονται
σταδιακά, χωρίς ωστόσο
να επιστρέψουν στα
επίπεδα πριν από την
κρίση μέσα στο 2026.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι
παραμένουν κυρίως προς
τη δυσμενή κατεύθυνση. Ο
επικεφαλής οικονομολόγος
της Alpha
Bank,
Παναγιώτης Καπόπουλος,
σημειώνει ότι εάν
υπάρξει νέα αναθεώρηση
των προβλέψεων, αυτή
πιθανότατα θα αφορά
υψηλότερο πληθωρισμό,
ανάλογα με την πορεία
των τιμών ενέργειας, τις
εξελίξεις στα Στενά του
Ορμούζ και τη δυνατότητα
της Ευρώπης να
διατηρήσει επαρκή
ενεργειακά αποθέματα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
προειδοποιεί επίσης για
δευτερογενείς
πληθωριστικές πιέσεις,
καθώς το αυξημένο
ενεργειακό κόστος
αρχίζει να μεταφέρεται
και σε άλλες κατηγορίες
προϊόντων και υπηρεσιών.
Ακόμη και σε περίπτωση
αποκλιμάκωσης των τιμών
ενέργειας, η μετακύλιση
του κόστους αναμένεται
να διατηρήσει τον
πληθωρισμό σε σχετικά
υψηλά επίπεδα και τα
επόμενα χρόνια.
Παρά τις πιέσεις, η
δημοσιονομική εικόνα της
Ελλάδας παραμένει
ισχυρότερη σε σχέση με
αρκετές χώρες της
Ευρωζώνης. Η χώρα
προβλέπεται να
διατηρήσει πλεονασματικό
αποτέλεσμα της τάξεως
του 0,8% του ΑΕΠ το 2026
και 0,6% το 2027, ακόμη
και μετά τα μέτρα
στήριξης που
εφαρμόζονται για τα
νοικοκυριά και τις
επιχειρήσεις.
Παράλληλα, το δημόσιο
χρέος συνεχίζει να
ακολουθεί καθοδική
πορεία, με την Κομισιόν
να εκτιμά ότι θα
υποχωρήσει στο 134,4%
του ΑΕΠ έως το 2027,
στηριζόμενο στην
ονομαστική ανάπτυξη και
στα συνεχιζόμενα
πρωτογενή πλεονάσματα.
Ο επικεφαλής
οικονομολόγος της
Εθνικής Τράπεζας, Νίκος
Μαγγίνας, υπογραμμίζει
ότι η ισχυρή
δημοσιονομική θέση της
Ελλάδας αποτελεί τη
βασική γραμμή άμυνας
απέναντι σε ένα πιθανό
δυσμενέστερο διεθνές
σενάριο.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει
ότι τα μέτρα που έχει
ήδη ανακοινώσει η
κυβέρνηση απορροφούν
μέρος των πιέσεων στα
νοικοκυριά. Σε αυτά
περιλαμβάνονται
φορολογικές ελαφρύνσεις,
αυξήσεις μισθών και
συντάξεων, επιδοτήσεις
καυσίμων, ενισχύσεις
προς τους συνταξιούχους
και διευρυμένα μέτρα
επιστροφής ενοικίου.
Παρόλα αυτά, η ιδιωτική
κατανάλωση αναμένεται να
επιβραδυνθεί σημαντικά,
με τον ρυθμό αύξησής της
να περιορίζεται στο
1,6%, έναντι 2% το
προηγούμενο έτος.
Σε περίπτωση περαιτέρω
κλιμάκωσης ή παράτασης
της κρίσης στη Μέση
Ανατολή, το κόστος των
παρεμβάσεων στήριξης
ενδέχεται να αυξηθεί
αισθητά, δημιουργώντας
πρόσθετες πιέσεις στους
κρατικούς
προϋπολογισμούς.
Από την πλευρά της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, το
μήνυμα παραμένει σαφές:
τα μέτρα στήριξης θα
πρέπει να παραμείνουν
προσωρινά και
στοχευμένα. Ο Ευρωπαίος
επίτροπος Οικονομίας
Βάλντις Ντομπρόβσκις
τόνισε ότι η Ευρώπη
πρέπει να προστατεύσει
τη δημοσιονομική
σταθερότητα,
αποφεύγοντας
γενικευμένες παρεμβάσεις
που θα μπορούσαν να
επιβαρύνουν υπερβολικά
τα δημόσια οικονομικά.
|