|
Παρότι
τα ζητήματα αυτά
συνδέονται μεταξύ τους,
ο ρόλος του δολαρίου ως
βασικού μέσου διεθνών
συναλλαγών και
αποθήκευσης αξίας —του
λεγόμενου «παγκόσμιου
αποθεματικού»— είναι
πολύ πιο περίπλοκος από
όσο υπονοούν
απλουστευτικές
αναλύσεις. Αν ποτέ το
δολάριο χάσει τη
δεσπόζουσα θέση του,
αυτό θα γίνει σταδιακά
και σίγουρα όχι στο
άμεσο μέλλον. Ο λόγος
είναι απλός: δεν υπάρχει
σήμερα λειτουργική
εναλλακτική.
Όταν το
δολάριο αναδείχθηκε σε
κυρίαρχο νόμισμα μετά το
τέλος του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου, η αμερικανική
οικονομία υπερείχε
συντριπτικά έναντι όλων
των άλλων, ενώ το
χρηματοπιστωτικό της
σύστημα δεν είχε
αντίπαλο. Το μεγαλύτερο
μέρος του παγκόσμιου
πλούτου βρισκόταν εντός
των ΗΠΑ. Αυτή η εικόνα
έχει αλλάξει εδώ και
δεκαετίες. Η Ιαπωνία και
η Ευρώπη έχουν
δημιουργήσει ισχυρές
οικονομίες με
ανεπτυγμένες αγορές, ενώ
η Κίνα γνώρισε
εντυπωσιακή άνοδο από
συνθήκες φτώχειας.
Παρότι
οι Ηνωμένες Πολιτείες
έχουν ενισχυθεί σε
απόλυτους όρους, η
σχετική τους υπεροχή δεν
είναι πλέον η ίδια.
Ωστόσο, καμία άλλη
νομισματική μονάδα —ούτε
το ιαπωνικό γεν, ούτε το
ευρώ, ούτε το κινεζικό
γιουάν— δεν πληροί τις
προϋποθέσεις που
απαιτούνται για έναν
παγκόσμιο αποθεματικό
ρόλο. Το δολάριο
παραμένει ασύγκριτο και
το διεθνές εμπόριο, όπως
και το παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα, δεν πρόκειται
να το εγκαταλείψουν
χωρίς μια αξιόπιστη
αντικατάσταση.
Σε
θεμελιώδες επίπεδο, το
δολάριο ωφελείται από τη
μακρόχρονη χρήση και την
εδραιωμένη πρακτική. Εδώ
και δεκαετίες, οι
διεθνείς αγορές και το
παγκόσμιο εμπόριο έχουν
οικοδομήσει θεσμούς,
μηχανισμούς και
διαδικασίες γύρω από
αυτό. Το ευρώ κυριαρχεί
κυρίως στις συναλλαγές
εντός της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, ενώ το Πεκίνο
προσπαθεί να διευρύνει
τη χρήση του γιουάν,
κυρίως μέσω της
Πρωτοβουλίας «Ζώνη και
Οδός». Πέραν αυτών των
πλαισίων, όμως, η
εξάρτηση από το δολάριο
παραμένει συντριπτική.
Σύμφωνα
με στοιχεία του
Atlantic
Council,
πάνω από το 50% της
τιμολόγησης των
παγκόσμιων εξαγωγών
γίνεται σε δολάρια,
ανεξάρτητα από το αν
εμπλέκεται αμερικανική
πλευρά. Αντίθετα, μόλις
περίπου το 30% των
εξαγωγικών συμβολαίων
τιμολογείται σε ευρώ,
κυρίως εντός της ΕΕ, ενώ
εκτός αυτής το ποσοστό
περιορίζεται σε
μονοψήφια επίπεδα. Για
τη στερλίνα, το γεν και
το γιουάν, τα αντίστοιχα
ποσοστά κινούνται γύρω
στο 4%. Με δεδομένο ότι
η Κίνα αντιπροσωπεύει
σχεδόν το 13% του
παγκόσμιου εμπορίου,
καθίσταται σαφές ότι
μεγάλο μέρος των
εξαγωγών της
τιμολογείται επίσης σε
δολάρια.
Η
κυριαρχία του δολαρίου
επιβεβαιώνεται και στις
συναλλαγματικές
πρακτικές. Τα ίδια
στοιχεία δείχνουν ότι το
αμερικανικό νόμισμα
συμμετέχει περίπου στο
90% όλων των συναλλαγών
στην αγορά συναλλάγματος
παγκοσμίως. Λόγω της
ταχύτητας, της ευκολίας
και της ρευστότητάς του,
το δολάριο
χρησιμοποιείται ακόμη
και σε συναλλαγές όπου
καμία πλευρά δεν έχει
άμεση σχέση με τις ΗΠΑ.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι μια
εμπορική πράξη μεταξύ
Μαλαισίας και
Ινδονησίας: συχνά το
τοπικό νόμισμα
μετατρέπεται πρώτα σε
δολάρια και στη συνέχεια
στο νόμισμα του
αντισυμβαλλόμενου, καθώς
οι άμεσες ισοτιμίες
μεταξύ
ringgit
και ρουπίας είναι
περιορισμένες και
λιγότερο αξιόπιστες. Το
δολάριο λειτουργεί έτσι
ως ενδιάμεσο νόμισμα,
διευκολύνοντας τις
συναλλαγές σε παγκόσμια
κλίμακα.
Για να
τεθεί υπό αμφισβήτηση η
πρωτοκαθεδρία του
δολαρίου, άλλα νομίσματα
θα έπρεπε να αυξήσουν
δραστικά τη συμμετοχή
τους σε τέτοιου είδους
συναλλαγές — κάτι που
σήμερα φαντάζει μακρινό.
Το ευρώ συμμετέχει
περίπου στο 30% των
παγκόσμιων συναλλαγών
συναλλάγματος, αλλά σε
μεγάλο βαθμό σε ζεύξη με
το δολάριο. Το γεν
περιορίζεται στο 17% και
το γιουάν στο 9%, με τα
συνολικά ποσοστά να
υπερβαίνουν το 100%
ακριβώς λόγω της
συμμετοχής του δολαρίου.
Επιπλέον, η ενίσχυση της
διεθνούς παρουσίας ενός
νομίσματος δεν εξαρτάται
αποκλειστικά από τις
κυβερνήσεις. Το
μεγαλύτερο μέρος των
συναλλαγών συναλλάγματος
πραγματοποιείται στο
Λονδίνο, χάρη στη μακρά
παράδοση και τη
γεωγραφική του θέση που
επιτρέπει διασύνδεση με
Ασία και Βόρεια Αμερική
μέσα στην ίδια ημέρα. Οι
βρετανικές αγορές
διαχειρίζονται περίπου
4,7 τρισ. δολάρια
ημερησίως, έναντι 2,3
τρισ. δολαρίων στις ΗΠΑ.
Ακόμη
και αν η Ευρωπαϊκή Ένωση
επιχειρούσε να ενισχύσει
τον διεθνή ρόλο του
ευρώ, η σχετική
δραστηριότητα θα
περιοριζόταν εντός των
κρατών-μελών. Η Γαλλία
και η Γερμανία μαζί
πραγματοποιούν
συναλλαγές ύψους περίπου
612 δισ. δολαρίων
ημερησίως, πολύ
χαμηλότερα από τα
επίπεδα παγκόσμιας
κυριαρχίας. Αντίστοιχα,
το Χονγκ Κονγκ, στο
οποίο θα μπορούσε να
στηριχθεί η Κίνα για το
γιουάν, κινείται γύρω
στα 883 δισ. δολάρια την
ημέρα.
Το
δολάριο, τέλος,
υποστηρίζεται από τις
μεγαλύτερες, πιο
διαφοροποιημένες και πιο
ρευστές
χρηματοπιστωτικές αγορές
διεθνώς. Επιχειρήσεις
και κυβερνήσεις που
συναλλάσσονται σε
αποθεματικό νόμισμα
χρειάζονται άμεση
πρόσβαση σε ευρύ φάσμα
χρηματοοικονομικών
εργαλείων και αγορών με
βάθος και χαμηλό κόστος.
Σε αυτό το πεδίο, οι
αγορές που βασίζονται
στο δολάριο δεν έχουν
αντίπαλο.
Σύμφωνα
με τον
Ezrati,
ακόμη και τα μεγάλα
εμπορικά ελλείμματα των
ΗΠΑ —που το 2024 ανήλθαν
σε 1,2 τρισ. δολάρια—
δεν συνιστούν άμεση
απειλή για τον ρόλο του
δολαρίου. Αντίθετα,
ανάλογες ανισορροπίες
στην ΕΕ ή την Κίνα,
εφόσον τα νομίσματά τους
αποκτούσαν αποθεματικό
χαρακτήρα, θα επιβάρυναν
σοβαρά τη λειτουργία του
παγκόσμιου συστήματος
συναλλαγών.
Συνολικά, καταλήγει, οι
αρνητικές εξελίξεις στην
αμερικανική οικονομία
δεν θέτουν άμεσο κίνδυνο
για την παγκόσμια θέση
του δολαρίου. Η
κυριαρχία του παραμένει
πολύ πιο σταθερή απ’ όσο
υποστηρίζουν ορισμένοι
δραματικοί τίτλοι ή οι
φιλοδοξίες
ανταγωνιστικών χωρών,
όπως η Κίνα.
Ο
Milton
Ezrati
είναι αρθρογράφος στο
The
National
Interest,
συνεργάτης του
Center
for
the
Study
of
Human
Capital
στο Πανεπιστήμιο
Buffalo
(SUNY)
και επικεφαλής
οικονομολόγος της
Vested
στη Νέα Υόρκη. Τα πιο
πρόσφατα βιβλία του
είναι τα
Thirty
Tomorrows
και
Bite-Sized
Investing.
|