|
Στο επίκεντρο η δεύτερη
καλύτερη αξιολόγηση
Η σημαντικότερη αλλαγή
αφορά τον τρόπο με τον
οποίο αξιοποιούνται οι
πιστοληπτικές
αξιολογήσεις των
αναγνωρισμένων οίκων.
Για συγκεκριμένες
κατηγορίες περιουσιακών
στοιχείων του ιδιωτικού
τομέα, η ΕΚΤ θα
χρησιμοποιεί πλέον τη
δεύτερη καλύτερη
πιστοληπτική αξιολόγηση,
αντί της καλύτερης
αξιολόγησης που
χρησιμοποιείται σήμερα.
Ο κανόνας αφορά, μεταξύ
άλλων, μη
εξασφαλισμένα τραπεζικά
ομόλογα, καλυμμένα
ομόλογα και τίτλους μη
χρηματοπιστωτικών
επιχειρήσεων,
ενώ επεκτείνεται και σε
συγκεκριμένες κατηγορίες
περιουσιακών στοιχείων
του δημόσιου τομέα χωρών
εκτός της ζώνης του
ευρώ.
Η αλλαγή περιορίζει έτσι
την επίδραση που μπορεί
να έχει μία μεμονωμένη,
ιδιαίτερα ευνοϊκή
αξιολόγηση ενός οίκου
στη δυνατότητα ενός
τίτλου να χρησιμοποιηθεί
ως εξασφάλιση και στην
αποτίμησή του από το
Ευρωσύστημα.
Τα ελληνικά κρατικά
ομόλογα δεν επηρεάζονται
Ιδιαίτερη σημασία για
τις ελληνικές τράπεζες
έχει το γεγονός ότι
τα ελληνικά
κρατικά ομόλογα
εξαιρούνται από τη
συγκεκριμένη αλλαγή.
Για τα περιουσιακά
στοιχεία του δημόσιου
τομέα των χωρών της
ευρωζώνης εξακολουθεί να
εφαρμόζεται ο κανόνας
της καλύτερης
διαθέσιμης πιστοληπτικής
αξιολόγησης.
Κατά συνέπεια, η
μετάβαση στη δεύτερη
καλύτερη αξιολόγηση δεν
αλλάζει τον τρόπο με τον
οποίο αντιμετωπίζονται
τα ελληνικά κρατικά
ομόλογα ως εξασφαλίσεις
στο πλαίσιο της
νομισματικής πολιτικής
του Ευρωσυστήματος.
Τα νέα haircuts
και η αξία των
εξασφαλίσεων
Παράλληλα με τις
αξιολογήσεις, η ΕΚΤ
αναπροσαρμόζει και το
σύστημα των
haircuts,
δηλαδή των περικοπών που
εφαρμόζονται στην αξία
των εξασφαλίσεων.
Η λογική είναι απλή: η
ΕΚΤ δεν αναγνωρίζει για
σκοπούς χρηματοδότησης
ολόκληρη την αγοραία
αξία ενός περιουσιακού
στοιχείου. Εφαρμόζει μία
περικοπή, ώστε να
υπάρχει ένα περιθώριο
ασφαλείας έναντι πιθανής
μεταβολής της αξίας του
ή άλλων κινδύνων.
Έτσι, όσο μεγαλύτερη
είναι η αναγνωριζόμενη
αξία μιας εξασφάλισης
μετά το haircut,
τόσο μεγαλύτερη είναι
και η δυνατότητα της
τράπεζας να αντλήσει
ρευστότητα έναντι αυτής.
Με τις νέες ρυθμίσεις η
ΕΚΤ επιχειρεί να
εφαρμόσει πιο
συνεπείς κανόνες σε
περιουσιακά στοιχεία με
παρόμοιο επίπεδο
κινδύνου,
διατηρώντας παράλληλα
επαρκές περιθώριο
προστασίας για το
Ευρωσύστημα.
Διαφοροποιήσεις ανάλογα
με το είδος του τίτλου
Το αναθεωρημένο πλαίσιο
προβλέπει πιο λεπτομερή
αντιμετώπιση ορισμένων
κατηγοριών τίτλων.
Εξειδικεύονται, μεταξύ
άλλων, τα
haircuts
για τίτλους που έχουν
εκδοθεί από την
ίδια την τράπεζα και
χρησιμοποιούνται ως
εξασφάλιση,
καθώς και για τίτλους
που έχουν εκδοθεί και
διακρατηθεί από τον ίδιο
εκδότη.
Παράλληλα, οι περικοπές
στις επιμέρους δανειακές
απαιτήσεις
διαφοροποιούνται
περισσότερο, λαμβάνοντας
υπόψη και τον
τρόπο αποπληρωμής των
δανείων.
Με αυτόν τον τρόπο η ΕΚΤ
επιχειρεί να συνδέσει
περισσότερο την αξία που
αναγνωρίζεται ως
εξασφάλιση με τα
πραγματικά
χαρακτηριστικά και το
προφίλ κινδύνου κάθε
απαίτησης.
Νέα μεταχείριση για
χρηματοδοτικές
θυγατρικές
Αλλαγές προβλέπονται και
για τις
χρηματοδοτικές
θυγατρικές μη
χρηματοπιστωτικών ομίλων.
Υπό συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, οι
εταιρείες αυτές θα
εντάσσονται στην ίδια
κατηγορία περικοπών με
τις μητρικές τους,
δηλαδή στην
Κατηγορία
III.
Παράλληλα, μπορούν να
λειτουργούν ως οφειλέτες
δανειακών απαιτήσεων,
ενώ εντάσσονται και στον
κλιματικό
παράγοντα που
αποτελεί πλέον μέρος του
πλαισίου αξιολόγησης των
εξασφαλίσεων του
Ευρωσυστήματος.
Μέχρι το τέλος του 2026
οι εγγυήσεις της
πανδημίας
Μία ακόμη αλλαγή αφορά
τις δανειακές απαιτήσεις
που εξακολουθούν να
γίνονται αποδεκτές μέσω
του προσωρινού πλαισίου,
επειδή καλύπτονται από
κρατικές
εγγυήσεις που συνδέονται
με την πανδημία.
Η εξαίρεση αυτή θα
παραμείνει σε ισχύ
έως το τέλος του
2026, καθώς η
ΕΚΤ προχωρά στη σταδιακή
κατάργηση των έκτακτων
μέτρων που είχαν
θεσπιστεί κατά την
περίοδο της πανδημίας.
Η επίδραση θα κριθεί ανά
τράπεζα
Για τις ευρωπαϊκές
τράπεζες, η πρακτική
επίδραση των νέων
κανόνων δεν θα είναι
ίδια για όλους.
Το κρίσιμο στοιχείο
είναι η σύνθεση
του χαρτοφυλακίου
εξασφαλίσεων
κάθε τράπεζας. Η
πιστοληπτική αξιολόγηση,
το είδος του τίτλου, η
διάρκεια, ο τρόπος
αποπληρωμής και το
αντίστοιχο
haircut
θα καθορίζουν την αξία
που αναγνωρίζει το
Ευρωσύστημα.
Κατά συνέπεια, η αλλαγή
δεν μεταφράζεται
αυτομάτως σε μικρότερη ή
μεγαλύτερη δυνατότητα
χρηματοδότησης για το
σύνολο του τραπεζικού
συστήματος. Η επίδραση
θα πρέπει να
αξιολογείται ανά
τίτλο και ανά κατηγορία
περιουσιακού στοιχείου.
Για τις ελληνικές
τράπεζες, πάντως, η
εξαίρεση των κρατικών
ομολόγων της ευρωζώνης
από τη μετάβαση στη
δεύτερη καλύτερη
αξιολόγηση περιορίζει
ένα σημαντικό μέρος των
πιθανών επιπτώσεων, ενώ
το ενδιαφέρον
μετατοπίζεται κυρίως στα
υπόλοιπα στοιχεία που
μπορούν να
χρησιμοποιηθούν ως
εξασφαλίσεις για άντληση
ρευστότητας.
|