|
Ανάλογη είναι η εικόνα
και για τη διασύνδεση
των Δωδεκανήσων, όπου το
κόστος αναθεωρήθηκε
ανοδικά στα 2,957 δισ.
ευρώ. Οι αυξήσεις
συνδέονται με τη διεθνή
άνοδο στο κόστος
πόντισης και προστασίας
καλωδίων, την έλλειψη
εξειδικευμένων μέσων και
προσωπικού, αλλά και την
αύξηση των τιμών πρώτων
υλών, ενέργειας και
εργασίας. Και σε αυτή
την περίπτωση, το
χρονοδιάγραμμα
μετατίθεται για το
δεύτερο εξάμηνο του
2030, με εξαίρεση τη
γραμμή Κόρινθος – Κως, η
οποία αναμένεται να
ολοκληρωθεί νωρίτερα,
εντός του πρώτου
εξαμήνου του 2029.
Καθυστερήσεις
καταγράφονται και στη
διασύνδεση των Δυτικών
Κυκλάδων, κυρίως λόγω
προβλημάτων στην
εφοδιαστική αλυσίδα και
τροποποιήσεων στον
σχεδιασμό. Ωστόσο, τα
επιμέρους έργα της
τέταρτης φάσης
προχωρούν, με τις
περισσότερες καλωδιακές
γραμμές και τους νέους
υποσταθμούς να
αναμένεται να
ολοκληρωθούν εντός του
πρώτου εξαμήνου του
2026. Το συνολικό κόστος
του έργου αναθεωρήθηκε
στα 523,8 εκατ. ευρώ.
Σημαντική αύξηση
καταγράφεται και στο
κόστος της δεύτερης
ηλεκτρικής διασύνδεσης
Ελλάδας – Ιταλίας, με το
ελληνικό σκέλος να
ανέρχεται πλέον στα
950,1 εκατ. ευρώ. Η
ολοκλήρωση του έργου
μετατίθεται για το
δεύτερο εξάμηνο του
2033, λόγω καθυστέρησης
στην έναρξη των
διαγωνιστικών
διαδικασιών και της
ανάγκης ενσωμάτωσης των
αποτελεσμάτων τεχνικών
και γεωτεχνικών μελετών.
Η Ρυθμιστική Αρχή έκρινε
ότι οι αναθεωρήσεις
κόστους και χρόνου είναι
επαρκώς τεκμηριωμένες,
ωστόσο δεν ενέκρινε τον
χαρακτηρισμό των έργων
ως «μείζονος σημασίας».
Συνολικά, το νέο
πρόγραμμα αποτυπώνει ένα
πιο απαιτητικό
επενδυτικό περιβάλλον
για τις ενεργειακές
υποδομές, με αυξημένα
κόστη, μεγαλύτερους
χρόνους υλοποίησης και
υψηλότερες τεχνικές
απαιτήσεις, σε μια
περίοδο που η ενεργειακή
μετάβαση καθιστά τις
διασυνδέσεις κρίσιμη
υποδομή για το σύστημα
ηλεκτρικής ενέργειας.
|