|
Παράλληλα, υψηλότερο
είναι και το ποσοστό των
ελληνικών επιχειρήσεων
που δηλώνουν ότι
αντιμετωπίζουν εμπόδια
στη χρηματοδότηση. Το
σχετικό ποσοστό
ανέρχεται στο 10%,
έναντι 7% στην Ευρωζώνη,
με τα εμπόδια να
συνδέονται κυρίως με το
κόστος και τους όρους
δανεισμού. Αυτό
υποδηλώνει ότι, παρά τη
βελτιωμένη διαθεσιμότητα
κεφαλαίων, σημαντικός
αριθμός επιχειρήσεων
εξακολουθεί να συναντά
δυσκολίες στην πρόσβαση
σε τραπεζικό δανεισμό.
Την ίδια
στιγμή, τα στοιχεία της
ΕΚΤ δείχνουν ότι το
ποσοστό των λεγόμενων
«ευάλωτων επιχειρήσεων»
στην Ελλάδα παραμένει
σχετικά χαμηλό, στο 2%,
έναντι 4% στην Ευρωζώνη.
Ως ευάλωτες
χαρακτηρίζονται οι
επιχειρήσεις που
ταυτόχρονα εμφανίζουν
μειωμένο κύκλο εργασιών
και κερδοφορία, αυξημένα
έξοδα τόκων και
υψηλότερο ή αμετάβλητο
λόγο χρέους προς
ενεργητικό. Η εικόνα
αυτή ενισχύει την
εκτίμηση ότι η
ανθεκτικότητα των
ελληνικών επιχειρήσεων
παραμένει σε
ικανοποιητικά επίπεδα.
Συνολικά, τα ευρήματα
της έρευνας
καταδεικνύουν ότι η
ελληνική αγορά αποτελεί
την ταχύτερα
αναπτυσσόμενη αγορά
τραπεζικών δανείων στην
Ευρωζώνη. Παρότι η
προσφορά δεν καλύπτει
πλήρως την έντονη
ζήτηση, οι ελληνικές
τράπεζες έχουν
προχωρήσει σε σημαντική
διεύρυνση της
χρηματοδότησης προς τις
επιχειρήσεις. Την τάση
αυτή επιβεβαιώνουν και
τα στοιχεία της Τράπεζας
της Ελλάδος για το 2025,
σύμφωνα με τα οποία η
πιστωτική επέκταση προς
τις επιχειρήσεις
διατηρήθηκε σε διψήφιο
ρυθμό, στο 10,7% σε
ετήσια βάση, ενώ η
καθαρή ροή
χρηματοδότησης ξεπέρασε
τα 9 δισ. ευρώ.
Οι
αυξημένες χρηματοδοτικές
ανάγκες των ελληνικών
επιχειρήσεων αποδίδονται
κυρίως στο σημαντικό
επενδυτικό κενό που
δημιουργήθηκε κατά τη
διάρκεια της πολυετούς
κρίσης. Η κάλυψή του
απαιτεί διατηρήσιμες και
συστηματικές επενδύσεις
τα επόμενα χρόνια. Αν
και οι επενδύσεις ως
ποσοστό του ΑΕΠ έχουν
ενισχυθεί –φθάνοντας
περίπου στο 16% το 2025
από 11% το 2019–
εξακολουθούν να
υπολείπονται αισθητά του
ευρωπαϊκού στόχου, ο
οποίος διαμορφώνεται
κοντά στο 22%.
|