|
Πηγές με γνώση της
διαδικασίας αναφέρουν
ότι μέχρι στιγμής η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν
έχει ζητήσει
διευκρινίσεις ή πρόσθετα
στοιχεία από την
ελληνική πλευρά, κάτι
που ερμηνεύεται ως
ένδειξη ότι το ελληνικό
σχέδιο θεωρείται επαρκές
ως προς τις βασικές του
παραμέτρους.
Η εξέλιξη αποκτά
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
η Ελλάδα εξακολουθεί να
εξαρτάται σε σημαντικό
βαθμό από το ρωσικό
φυσικό αέριο. Σύμφωνα με
στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για
το πρώτο τρίμηνο του
2026, οι εισαγωγές μέσω
Σιδηροκάστρου ανήλθαν σε
8,77 TWh,
καλύπτοντας περίπου το
33% των συνολικών
εισαγωγών φυσικού αερίου
της χώρας.
Σε όρους εγχώριας
κατανάλωσης, το ρωσικό
αέριο αντιστοιχούσε
περίπου στο 43% της
συνολικής ζήτησης,
γεγονός που αναδεικνύει
το μέγεθος της πρόκλησης
για τον πλήρη μηδενισμό
των ρωσικών εισροών μέσα
στα επόμενα δύο χρόνια.
Βασικός πυλώνας του
ελληνικού σχεδίου είναι
η περαιτέρω ενίσχυση του
LNG,
το οποίο ήδη έχει
εξελιχθεί σε κυρίαρχη
πηγή τροφοδοσίας της
αγοράς. Το πρώτο τρίμηνο
του 2026 το υγροποιημένο
φυσικό αέριο κάλυψε το
56% των συνολικών
εισαγωγών, με ποσότητες
14,9 TWh,
ενώ οι εισαγωγές
LNG
αυξήθηκαν κατά 36% σε
σχέση με την αντίστοιχη
περίοδο του προηγούμενου
έτους.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή
τη στρατηγική παίζουν οι
δύο βασικές υποδομές
LNG
της χώρας: ο τερματικός
σταθμός της Ρεβυθούσας
και η πλωτή μονάδα
αποθήκευσης και
επαναεριοποίησης
LNG
(FSRU)
στην Αλεξανδρούπολη. Οι
δύο εγκαταστάσεις
προσφέρουν συνολική
δυναμικότητα περίπου
12,5 δισ. κυβικών μέτρων
φυσικού αερίου ετησίως,
ποσότητα που
υπερκαλύπτει τις
σημερινές ανάγκες της
χώρας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι
η συνολική ζήτηση
φυσικού αερίου το 2025,
μαζί με τις εξαγωγές,
διαμορφώθηκε περίπου στα
8 δισ. κυβικά μέτρα,
γεγονός που αφήνει
σημαντικά περιθώρια
αξιοποίησης των
υφιστάμενων υποδομών.
Παράλληλα, η Ελλάδα θα
συνεχίσει να εισάγει
φυσικό αέριο μέσω
αγωγών, κυρίως από το
Αζερμπαϊτζάν μέσω του
TAP.
Η ισχύουσα συμφωνία της
ΔΕΠΑ Εμπορίας προβλέπει
προμήθεια 1 δισ. κυβικών
μέτρων ετησίως, ενώ
εξετάζεται και η
ενίσχυση της
δυναμικότητας του αγωγού
TAP.
Το ελληνικό σχέδιο δεν
περιορίζεται μόνο στην
αντικατάσταση των
ρωσικών ποσοτήτων μέσω
νέων πηγών προμήθειας,
αλλά δίνει ιδιαίτερη
βαρύτητα και στη μείωση
της συνολικής
κατανάλωσης φυσικού
αερίου.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή
την προσπάθεια
αναμένεται να παίξει η
αυξανόμενη διείσδυση των
Ανανεώσιμων Πηγών
Ενέργειας, καθώς πάνω
από το 70% της
κατανάλωσης φυσικού
αερίου στην Ελλάδα
χρησιμοποιείται σήμερα
για ηλεκτροπαραγωγή.
Σύμφωνα με το
επικαιροποιημένο Εθνικό
Σχέδιο για την Ενέργεια
και το Κλίμα, η παραγωγή
ηλεκτρικής ενέργειας από
φυσικό αέριο προβλέπεται
να μειωθεί κατά 15% έως
το 2030 σε σύγκριση με
το 2026.
Η ανάπτυξη συστημάτων
αποθήκευσης ενέργειας,
όπως οι μπαταρίες, αλλά
και η ευρύτερη
ηλεκτροποίηση της
κατανάλωσης, αναμένεται
επίσης να συμβάλουν στη
μείωση της ζήτησης
φυσικού αερίου.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελούν οι
αντλίες θερμότητας, οι
οποίες περιορίζουν
σημαντικά τη χρήση
ορυκτών καυσίμων στη
θέρμανση και την ψύξη
κατοικιών και
επιχειρήσεων.
|