|
Τι ζητά η Αθήνα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης,
με επιστολή προς την
πρόεδρο της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής Ούρσουλα φον
ντερ Λάιεν, ζητεί
περισσότερο
«δημοσιονομικό χώρο»,
με βασική πρόταση να
μπορούν τα κράτη-μέλη να
αξιοποιούν μέρος των
πρόσθετων φορολογικών
εσόδων που
δημιουργούνται από την
άνοδο των τιμών.
Η ελληνική πλευρά
επιδιώκει ουσιαστικά τη
δυνατότητα να
διοχετεύονται τα
πρόσθετα έσοδα στην
οικονομία μέσω
προσωρινών και
στοχευμένων μέτρων
στήριξης, χωρίς οι
σχετικές δαπάνες να
προσμετρώνται με τον
ίδιο τρόπο στους
περιορισμούς που θέτουν
οι νέοι δημοσιονομικοί
κανόνες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται
μέτρα που θα μπορούσαν
να περιορίσουν την
επιβάρυνση από την άνοδο
των τιμών καυσίμων.
Η Αθήνα ζητεί ειδικότερα
να μπορούν
«προσωρινά μέτρα»
να εξαιρούνται από τον
δείκτη καθαρών δαπανών
που χρησιμοποιείται για
την αξιολόγηση της
δημοσιονομικής πορείας
των κρατών-μελών. Η
πρόταση συνδέεται στην
πράξη με την ανάγκη
αντιμετώπισης του
ενεργειακού σοκ.
Η ελληνική κυβέρνηση
έχει επίσης εκφράσει
αντιρρήσεις για τις
συστάσεις περιορισμού
της ενεργειακής ζήτησης,
υποστηρίζοντας ότι μια
τέτοια προσέγγιση είναι
δύσκολο να εφαρμοστεί
πολιτικά σε μια περίοδο
κατά την οποία το κόστος
ενέργειας αυξάνεται.
Η Κομισιόν έχει ήδη
δώσει ευελιξία
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο
έχει ήδη προσαρμοστεί
ώστε να επιτρέπει
μεγαλύτερη ευελιξία σε
συγκεκριμένες κατηγορίες
δαπανών.
Τα κράτη-μέλη μπορούν να
κάνουν χρήση εθνικής
ρήτρας διαφυγής για
πρόσθετες αμυντικές
δαπάνες, ενώ έχει
προβλεφθεί επίσης
περιθώριο για
ενεργειακές επενδύσεις
που περιορίζουν την
εξάρτηση από εισαγόμενα
ορυκτά καύσιμα.
Η Ελλάδα έχει ήδη λάβει
μέτρα για την
αντιμετώπιση του
ενεργειακού σοκ του
2026. Σύμφωνα με την
Κομισιόν, οι παρεμβάσεις
περιλαμβάνουν μεταξύ
άλλων επιδότηση ντίζελ,
fuel
pass,
ενίσχυση για τα
λιπάσματα και
στοχευμένες
μεταβιβάσεις. Το
δημοσιονομικό κόστος των
μέτρων υπολογίζεται
αρχικά στο 0,2%
του ΑΕΠ για το 2026,
ενώ θα μπορούσε να
φθάσει το 0,6%
του ΑΕΠ εάν
παραμείνουν σε ισχύ έως
το τέλος του έτους.
Η ίδια η Κομισιόν
επισημαίνει ότι τα μέτρα
αντιμετώπισης του
ενεργειακού σοκ θα
πρέπει να είναι
στοχευμένα, προσωρινά
και έγκαιρα,
καθώς τα δημοσιονομικά
περιθώρια παραμένουν
περιορισμένα.
Η πρόταση της Ρώμης
Παρόμοια
επιχειρηματολογία
αναπτύσσει και η Ιταλία.
Η Τζόρτζια Μελόνι ζητεί
από την Κομισιόν να
λαμβάνει υπόψη τον
πληθωρισμό κατά την
αξιολόγηση της
συμμόρφωσης του ιταλικού
προϋπολογισμού με τα
ευρωπαϊκά όρια δαπανών.
Η ιταλική κυβέρνηση
υποστηρίζει ότι τα
πρόσθετα φορολογικά
έσοδα που δημιουργούνται
εξαιτίας της ανόδου των
τιμών θα πρέπει να
μπορούν να
χρησιμοποιούνται για
προσωρινή και στοχευμένη
στήριξη νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
Με άλλα λόγια, Αθήνα και
Ρώμη ζητούν να μην
αντιμετωπίζονται με τον
ίδιο τρόπο οι πρόσθετες
δαπάνες που
δημιουργούνται από ένα
εξωτερικό ενεργειακό σοκ
και οι μόνιμες
δημοσιονομικές
παρεμβάσεις.
Στα 29 δισ. ευρώ το
πρόσθετο περιθώριο της
Ιταλίας
Η συζήτηση είναι
ιδιαίτερα κρίσιμη για
την Ιταλία, καθώς οι
νέες δημοσιονομικές
προβλέψεις δείχνουν ότι
το έλλειμμα αναμένεται
να κινηθεί κάτω από το
3% του ΑΕΠ το
2026, ενώ η
ανάπτυξη προβλέπεται στο
1%,
υψηλότερα από την
προηγούμενη πρόβλεψη του
0,6%.
Για το 2027, ωστόσο, το
έλλειμμα αναμένεται να
αυξηθεί στο 3,4%
του ΑΕΠ, καθώς
η Ρώμη σχεδιάζει να
αξιοποιήσει την εθνική
ρήτρα διαφυγής για
πρόσθετες αμυντικές και
ενεργειακές δαπάνες.
Το πρόσθετο
δημοσιονομικό περιθώριο
που συνδέεται με τη
συγκεκριμένη δυνατότητα
υπολογίζεται περίπου στα
29 δισ. ευρώ για
το 2027 και το 2028,
υπό την προϋπόθεση της
σχετικής έγκρισης.
Στη συνέχεια, το ιταλικό
έλλειμμα προβλέπεται να
υποχωρήσει στο
3,2% του ΑΕΠ το 2028
και στο 2,3% το
2029.
Το χρέος παραμένει η
μεγάλη παράμετρος
Η μεγαλύτερη πρόκληση
για την Ιταλία
παραμένει, ωστόσο, το
δημόσιο χρέος.
Με βάση τις νέες
προβλέψεις, το ιταλικό
χρέος αναμένεται να
κορυφωθεί στο
138,5% του ΑΕΠ το 2027,
επίπεδο που θα έφερνε
την Ιταλία πάνω από την
Ελλάδα ως προς τον λόγο
χρέους προς ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά
ιδιαίτερα ευαίσθητη
οποιαδήποτε συζήτηση για
περαιτέρω χαλάρωση των
δημοσιονομικών κανόνων.
Η ιταλική κυβέρνηση έχει
ήδη προχωρήσει σε μέτρα
για τη συγκράτηση του
κόστους καυσίμων, ενώ η
κρατικά ελεγχόμενη
Eni
έχει ανακοινώσει
προσωρινά μέτρα
περιορισμού των τιμών
στα πρατήριά της.
Οι αγορές παρακολουθούν
τις Βρυξέλλες
Το αίτημα Ελλάδας και
Ιταλίας δημιουργεί ένα
δύσκολο δίλημμα για την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Από τη μία πλευρά, η
άνοδος του ενεργειακού
κόστους δημιουργεί
ανάγκη για προσωρινή
προστασία νοικοκυριών
και επιχειρήσεων. Από
την άλλη, η υπερβολική
χαλάρωση των
δημοσιονομικών κανόνων
θα μπορούσε να
προκαλέσει ανησυχίες
στις αγορές ομολόγων,
ιδιαίτερα για χώρες με
υψηλό χρέος.
Η ισορροπία γίνεται
ακόμη πιο δύσκολη καθώς
το ενεργειακό σοκ
έρχεται σε μια περίοδο
κατά την οποία το κόστος
δανεισμού παραμένει
αυξημένο και οι
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
καλούνται ταυτόχρονα να
χρηματοδοτήσουν
υψηλότερες αμυντικές και
επενδυτικές δαπάνες.
Για την Αθήνα, το
ζητούμενο είναι να
διατηρήσει τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
που έχει χτίσει τα
τελευταία χρόνια,
εξασφαλίζοντας παράλληλα
τον απαραίτητο χώρο για
την αντιμετώπιση της
ενεργειακής επιβάρυνσης.
Για τις Βρυξέλλες, το
ερώτημα είναι εάν
μπορούν να δώσουν αυτή
την ευελιξία χωρίς να
δημιουργήσουν την
εντύπωση μιας νέας
γενικευμένης χαλάρωσης
των δημοσιονομικών
κανόνων.
Και οι δύο πλευρές
γνωρίζουν ότι το κόστος
μιας λανθασμένης
ισορροπίας μπορεί τελικά
να μεταφερθεί στις
αγορές κρατικών
ομολόγων, μέσω
υψηλότερων αποδόσεων και
ακριβότερου δανεισμού.
|