|
Το πρόβλημα βρίσκεται
κυρίως στις επιχειρήσεις
Το ενδιαφέρον στοιχείο
της μελέτης είναι ότι η
Ελλάδα δεν εμφανίζει
σημαντική υστέρηση στις
δημόσιες επενδύσεις.
Το 2024 οι δημόσιες
επενδύσεις
αντιστοιχούσαν στο
3,71% του ΑΕΠ,
έναντι 3,68% στην ΕΕ-27.
Η μεγάλη απόσταση
βρίσκεται στον ιδιωτικό
τομέα και κυρίως στις
επιχειρήσεις. Οι
επιχειρηματικές
επενδύσεις διαμορφώθηκαν
μόλις στο 8,48%
του ΑΕΠ, όταν
στην ΕΕ-27 έφτασαν το
12,69%.
Πρόκειται μάλιστα για
ένα πρόβλημα που δεν
δημιουργήθηκε
αποκλειστικά κατά την
περίοδο της
δημοσιονομικής κρίσης. Η
χαμηλή επενδυτική
δραστηριότητα των
ελληνικών επιχειρήσεων
είχε εμφανιστεί και
νωρίτερα, γεγονός που
δείχνει ότι το
επενδυτικό χάσμα έχει
διαρθρωτικά
χαρακτηριστικά.
Γιατί το επενδυτικό
έλλειμμα έχει σημασία
Η χαμηλή επενδυτική
δαπάνη δεν αποτελεί
απλώς έναν
μακροοικονομικό δείκτη.
Επηρεάζει άμεσα την
παραγωγική δυνατότητα
της χώρας.
Όταν οι επιχειρήσεις
επενδύουν λιγότερο σε
μηχανήματα, εξοπλισμό,
τεχνολογία και
παραγωγικές
εγκαταστάσεις,
περιορίζεται η
δυνατότητά τους να
αυξήσουν την παραγωγή
και την παραγωγικότητα.
Αυτό με τη σειρά του
επηρεάζει και τους
μισθούς. Μια οικονομία
που δεν αυξάνει επαρκώς
το παραγωγικό της
κεφάλαιο δυσκολεύεται να
δημιουργήσει θέσεις
εργασίας υψηλότερης
προστιθέμενης αξίας και
να στηρίξει διατηρήσιμες
αυξήσεις εισοδημάτων.
Το ίδιο ισχύει και για
την ανταγωνιστικότητα.
Οι ελληνικές
επιχειρήσεις καλούνται
να ανταγωνιστούν
διεθνείς εταιρείες οι
οποίες επενδύουν
περισσότερο σε
τεχνολογία,
αυτοματοποίηση, έρευνα
και ανάπτυξη.
Μεγάλο κενό σε κατοικίες
και κατασκευές
Ιδιαίτερα έντονη είναι η
απόσταση και στις
επενδύσεις που
συνδέονται με την
κατοικία.
Το 2024 οι επενδύσεις σε
κατοικίες αντιστοιχούσαν
μόλις στο 2,56%
του ΑΕΠ, έναντι
5,09% στην ΕΕ-27.
Αντίστοιχη εικόνα
καταγράφεται και στις
λοιπές κατασκευές, όπου
το ποσοστό στην Ελλάδα
ήταν 3,98%,
έναντι 5,57% στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η υστέρηση αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία σε μια
περίοδο κατά την οποία η
χώρα αντιμετωπίζει
έντονη στεγαστική κρίση.
Η περιορισμένη προσφορά
νέων κατοικιών, σε
συνδυασμό με την
αυξημένη ζήτηση, έχει
οδηγήσει σε σημαντικές
πιέσεις στις τιμές
πώλησης και στα ενοίκια.
Το ίδιο το ΚΕΦΙΜ έχει
επισημάνει ότι η
στεγαστική πίεση
συνδέεται με μια δομική
ανισορροπία προσφοράς
και ζήτησης, μετά από
μια μακρά περίοδο
χαμηλών επενδύσεων στην
κατοικία.
Επομένως, η αύξηση των
επενδύσεων στην κατοικία
δεν αφορά μόνο την
οικοδομή. Αφορά άμεσα
την προσφορά
κατοικιών και το κόστος
στέγασης για τα
νοικοκυριά και ιδιαίτερα
για τους νέους.
Η μεγάλη πρόκληση είναι
το άυλο κεφάλαιο
Ακόμη πιο κρίσιμο για τη
μελλοντική
παραγωγικότητα είναι το
χάσμα στις επενδύσεις σε
άυλο κεφάλαιο.
Οι επενδύσεις σε
προϊόντα πνευματικής
ιδιοκτησίας, όπου
περιλαμβάνονται το
λογισμικό και η έρευνα
και ανάπτυξη,
διαμορφώθηκαν το 2024
στο 2,80% του
ΑΕΠ στην
Ελλάδα, έναντι
4,14% στην ΕΕ-27.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα
μεγαλύτερα στοιχήματα
της επόμενης ημέρας.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η
αυτοματοποίηση, το
cloud,
τα δεδομένα και
γενικότερα ο ψηφιακός
μετασχηματισμός απαιτούν
σημαντικές επενδύσεις σε
λογισμικό, τεχνογνωσία
και έρευνα. Εάν η Ελλάδα
παραμείνει πίσω σε
αυτούς τους τομείς,
υπάρχει κίνδυνος να
περιοριστεί η
παραγωγικότητα της
οικονομίας ακριβώς τη
στιγμή που η τεχνολογική
αλλαγή επιταχύνεται.
Υπάρχει πάντως και μια
θετική εξαίρεση. Οι
επενδύσεις σε
εξοπλισμό πληροφορικής
και επικοινωνιών
έφτασαν το 2024 στο
1,51% του ΑΕΠ,
περισσότερο από διπλάσια
του ευρωπαϊκού μέσου
όρου, που διαμορφώθηκε
στο 0,70%.
Από την ανάκαμψη στην
επόμενη φάση
Η αύξηση των συνολικών
επενδύσεων από το 10,97%
του ΑΕΠ το 2019 στο
16,88% το 2025 αποτελεί
σαφή βελτίωση. Δεν αρκεί
όμως για να καλυφθεί το
χάσμα.
Το επόμενο στάδιο της
ελληνικής οικονομίας
απαιτεί
περισσότερες ιδιωτικές
επενδύσεις, και
κυρίως επενδύσεις που
αυξάνουν την
παραγωγικότητα.
Το ζητούμενο δεν είναι
απλώς να επενδύονται
περισσότερα κεφάλαια,
αλλά να κατευθύνονται σε
τομείς που μπορούν να
αυξήσουν την παραγωγική
δυναμικότητα της χώρας:
επιχειρηματικό
εξοπλισμό, υποδομές,
κατοικίες, λογισμικό,
έρευνα, καινοτομία και
νέες τεχνολογίες.
Αυτό αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία καθώς
σταδιακά περιορίζεται η
ώθηση από τους
ευρωπαϊκούς πόρους του
Ταμείου Ανάκαμψης. Η
διατήρηση υψηλών ρυθμών
ανάπτυξης θα απαιτεί όλο
και περισσότερο
ιδιωτικό κεφάλαιο
και όχι μόνο δημόσια
χρηματοδότηση.
Το μεγάλο στοίχημα για
την ελληνική οικονομία
Η Ελλάδα έχει κάνει
σημαντικά βήματα από τα
εξαιρετικά χαμηλά
επίπεδα επενδύσεων της
προηγούμενης δεκαετίας.
Ωστόσο, το γεγονός ότι
εξακολουθεί να απέχει
περίπου 4,4
μονάδες του ΑΕΠ από την
Ευρώπη δείχνει
ότι η επενδυτική
ανάκαμψη δεν έχει
ολοκληρωθεί.
Το σημαντικότερο, όμως,
είναι η σύνθεση του
κενού.
Η χώρα δεν χρειάζεται
απλώς περισσότερες
επενδύσεις. Χρειάζεται
περισσότερες
επιχειρηματικές
επενδύσεις, περισσότερες
κατοικίες και πολύ
μεγαλύτερη επένδυση στη
γνώση και την τεχνολογία.
Γιατί τελικά το
επενδυτικό χάσμα
μεταφράζεται σε κάτι
πολύ πιο ουσιαστικό:
χαμηλότερη
παραγωγικότητα,
χαμηλότερους μισθούς,
λιγότερες ευκαιρίες και
βραδύτερη σύγκλιση με
την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η κάλυψή του, επομένως,
δεν είναι απλώς ένας
στόχος οικονομικής
πολιτικής. Είναι ίσως η
βασικότερη προϋπόθεση
ώστε η σημερινή ανάπτυξη
να μετατραπεί σε
διατηρήσιμη αύξηση του
βιοτικού επιπέδου.

|