|
Αυτές οι προσδοκίες
έχουν ήδη μεταφραστεί σε
κίνηση των επιτοκίων
euribor.
Το euribor
3 μηνών από το χαμηλό
του 1,98% στις αρχές
Φεβρουαρίου ανέβηκε έως
το 2,18% στα τέλη
Μαρτίου και σήμερα
κινείται γύρω από το
2,2%. Το euribor
1 μήνα, με το οποίο
είναι συνδεδεμένα τα
περισσότερα
επιχειρηματικά δάνεια,
από μέσα επίπεδα 1,9%
στο τέταρτο τρίμηνο του
2025 έφτασε στο 1,96%
μετά την έναρξη του
πολέμου και σήμερα
βρίσκεται κοντά στο 2%.
Χωρίς τη σύγκρουση, οι
δείκτες αυτοί θα ήταν
σαφώς χαμηλότεροι.
Η επίδραση είναι διπλή:
υψηλότερα επιτόκια σε
ένα μεγαλύτερο
χαρτοφυλάκιο. Το 2026
ξεκίνησε με τα
εξυπηρετούμενα ανοίγματα
των τεσσάρων συστημικών
ομίλων στα 158 δισ. ευρώ
– κατά 10 δισ. υψηλότερα
από την αφετηρία του
2025. Το αποτέλεσμα
είναι ότι τα έντοκα
έσοδα εκτιμάται ότι
ανέκαμψαν από τον Μάρτιο
και μετά,
αντισταθμίζοντας ή και
ξεπερνώντας τη διαφορά
από τα υψηλότερα
επιτόκια που ίσχυαν κατά
το πρώτο τρίμηνο του
2025, όταν το επιτόκιο
καταθέσεων της ΕΚΤ ήταν
έως και 100 μονάδες
βάσης ψηλότερα.
Στα έσοδα από
προμήθειες, η εικόνα
είναι επίσης θετική σε
τρία μέτωπα. Στον
δανεισμό, οι
εκταμιεύσεις λιανικής
καταγράφουν ετήσια άνοδο
26% στο πρώτο τρίμηνο,
με τη νέα παραγωγή
τοκοχρεολυτικών δανείων
να παραμένει σχεδόν
σταθερή κοντά στα 2,3
δισ. ευρώ στο α' δίμηνο.
Στο asset
management,
τα υπό διαχείριση
κεφάλαια των τραπεζικών
ΑΕΔΑΚ βρίσκονταν γύρω
στα 30 δισ. ευρώ κατά τη
διάρκεια του τριμήνου –
6-7 δισ. ευρώ υψηλότερα
σε σχέση με πέρυσι, με
αντίστοιχα υψηλότερα
έσοδα διαχείρισης. Στο
bancassurance,
οι πωλήσεις ασφαλιστικών
προϊόντων ενισχύθηκαν,
ενώ στα μεγέθη έχουν
πλέον ενσωματωθεί
εταιρείες που
εξαγοράστηκαν το
προηγούμενο διάστημα.
Το συμπέρασμα είναι ότι,
σε ένα περιβάλλον που οι
περισσότεροι κλάδοι
μετρούν τις ζημιές από
τη γεωπολιτική
αβεβαιότητα, οι
ελληνικές τράπεζες
εισέρχονται στην
ανακοίνωση αποτελεσμάτων
με ευνοϊκότερο από το
αναμενόμενο προφίλ
οργανικής κερδοφορίας –
χωρίς αυτό να σημαίνει
ότι οι κίνδυνοι
μεσοπρόθεσμα έχουν
εξαλειφθεί.
|