|
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του SSM,
το πρώτο τρίμηνο του
2026 το καθαρό
επιτοκιακό περιθώριο των
ελληνικών τραπεζών
διαμορφώθηκε στο 2,72%,
έναντι μόλις 1,54% για
το σύνολο των σημαντικών
τραπεζών της Ευρωζώνης.
Η Ελλάδα κατατάχθηκε
δεύτερη μεταξύ των χωρών
της Ευρωζώνης, πίσω μόνο
από τη Σλοβενία, όπου το
NIM
έφτασε το 3,11%.
Ακολουθούσαν η Ισπανία
με 2,68%, η Λετονία με
2,67% και η Πορτογαλία
με 2,58%. Στον αντίποδα,
το NIM
διαμορφώθηκε μόλις στο
0,97% στη Γαλλία και στο
1,04% στη Γερμανία, ενώ
στην Ιταλία έφτασε το
2,03%.
Το NIM
όχι μόνο αντέχει, αλλά
ενισχύεται
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον
στοιχείο είναι ότι το
πλεονέκτημα των
ελληνικών τραπεζών δεν
φαίνεται να υποχωρεί στο
δεύτερο τρίμηνο.
Αντίθετα, οι επιδόσεις
των τεσσάρων συστημικών
ομίλων δείχνουν ότι το
καθαρό επιτοκιακό
περιθώριο κινήθηκε
υψηλότερα.
Στην Alpha
Bank
το NIM
αυξήθηκε στο 2,16%, από
2,12% στο πρώτο τρίμηνο,
στη Eurobank
στο 2,48%, από 2,46%,
στην Εθνική στο 2,73%,
από 2,72%, ενώ στην
Πειραιώς ενισχύθηκε στο
2,22%, από 2,14%.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
συντελείται σε ένα
περιβάλλον διαφορετικό
από εκείνο που είχε
προεξοφληθεί στις αρχές
του έτους. Η αναζωπύρωση
των πληθωριστικών
πιέσεων μετά τις
γεωπολιτικές εξελίξεις
στη Μέση Ανατολή άλλαξε
τις προσδοκίες για την
πορεία της νομισματικής
πολιτικής και προκάλεσε
ανοδικές πιέσεις στα
διατραπεζικά επιτόκια.
Για τις ελληνικές
τράπεζες, αυτή η αλλαγή
λειτουργεί προς το παρόν
ευνοϊκά. Η άνοδος των
διατραπεζικών επιτοκίων
μεταφέρεται σε μεγάλο
βαθμό στα δάνεια
κυμαινόμενου επιτοκίου,
χωρίς να έχει υπάρξει
αντίστοιχη αύξηση στο
κόστος των καταθέσεων.
Το διπλό όφελος για τις
τράπεζες
Οι ελληνικές τράπεζες
μπαίνουν έτσι στο
δεύτερο εξάμηνο έχοντας
δύο σημαντικούς μοχλούς
ενίσχυσης της
κερδοφορίας.
Ο πρώτος είναι η
πιστωτική επέκταση. Η
αύξηση των χορηγήσεων
διευρύνει το ενεργητικό
που παράγει έσοδα από
τόκους, δημιουργώντας
μεγαλύτερη βάση πάνω
στην οποία μπορούν να
αναπτυχθούν τα καθαρά
έσοδα από τόκους.
Ο δεύτερος είναι η
ανατιμολόγηση των
δανείων. Σε ένα
τραπεζικό σύστημα όπου
εξακολουθεί να υπάρχει
σημαντικό ποσοστό
χορηγήσεων με
κυμαινόμενο επιτόκιο, η
άνοδος του
Euribor
μεταφέρεται σχετικά
γρήγορα στις αποδόσεις
του ενεργητικού.
Το κόστος
χρηματοδότησης, ωστόσο,
δεν ακολουθεί με την
ίδια ταχύτητα. Η χαμηλή
μετακύλιση των επιτοκίων
στις καταθέσεις διατηρεί
το κόστος των κεφαλαίων
σε σχετικά χαμηλά
επίπεδα.
Αυτό είναι ίσως το
σημαντικότερο
πλεονέκτημα της
ελληνικής αγοράς σε
σχέση με αρκετές
ευρωπαϊκές αγορές:
οι τράπεζες
μπορούν να αυξάνουν τις
αποδόσεις των δανείων
τους χωρίς να χρειάζεται
να αυξάνουν στον ίδιο
βαθμό τις αποδόσεις που
προσφέρουν στους
καταθέτες.
Μεγάλη καταθετική βάση,
φθηνή χρηματοδότηση
Η εικόνα ενισχύεται από
το μεγάλο απόθεμα
καταθέσεων στην Ελλάδα
και τον σχετικά χαμηλό
δείκτη δανείων προς
καταθέσεις.
Οι τράπεζες διαθέτουν
επομένως μια σημαντική
και σχετικά φθηνή βάση
χρηματοδότησης, πάνω
στην οποία μπορούν να
στηρίξουν την επέκταση
των νέων χορηγήσεων.
Το γεγονός αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία σε μια
περίοδο κατά την οποία η
πιστωτική ζήτηση
ενισχύεται. Η ελληνική
οικονομία εξακολουθεί να
αναπτύσσεται με ρυθμούς
υψηλότερους από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης, ενώ
οι επενδύσεις και τα
διαθέσιμα ευρωπαϊκά
κονδύλια δημιουργούν
πρόσθετη ζήτηση για
χρηματοδότηση.
Εφόσον η τάση αυτή
συνεχιστεί, οι τράπεζες
μπορούν να αυξάνουν τα
έσοδα από τόκους όχι
μόνο μέσω των επιτοκίων
αλλά και μέσω του όγκου
των δανείων.
Το 74% των εσόδων
εξακολουθεί να έρχεται
από τόκους
Η σημασία του NIM
για την ελληνική
τραπεζική κερδοφορία
γίνεται ακόμη μεγαλύτερη
αν εξεταστεί η σύνθεση
των εσόδων.
Τα καθαρά έσοδα από
τόκους αντιπροσωπεύουν
το 74,37% των συνολικών
λειτουργικών εσόδων των
ελληνικών τραπεζών,
σύμφωνα με τα στοιχεία
του SSM.
Το ποσοστό έχει μειωθεί
από το 78,47% του 2023,
όταν τα επιτόκια είχαν
φτάσει στο υψηλότερο
σημείο τους, παραμένει
όμως ιδιαίτερα υψηλό.
Αυτό σημαίνει ότι το
NIM
εξακολουθεί να αποτελεί
τον βασικότερο παράγοντα
που καθορίζει την
κερδοφορία του ελληνικού
τραπεζικού συστήματος.
Παράλληλα, υπάρχει μια
σαφής προσπάθεια
διαφοροποίησης των
εσόδων. Η συμμετοχή των
καθαρών εσόδων από
προμήθειες έχει αυξηθεί
από 16,18% το 2023 στο
20,73%.
Η αύξηση αυτή συνδέεται
με την πιστωτική
επέκταση και τις
προμήθειες από νέες
χρηματοδοτήσεις, την
αυξημένη τοποθέτηση
κεφαλαίων σε αμοιβαία
κεφάλαια, αλλά και την
ανάπτυξη των
τραπεζοασφαλιστικών
εργασιών.
Το ελληνικό
banking
υπερέχει και στην
αποδοτικότητα
Η υπεροχή των ελληνικών
τραπεζών δεν
περιορίζεται στο καθαρό
επιτοκιακό περιθώριο.
Στο πρώτο τρίμηνο του
2026, ο δείκτης κόστους
προς έσοδα διαμορφώθηκε
στο 37,35%, έναντι
54,62% για τις
σημαντικές τράπεζες της
Ευρωζώνης.
Ακόμη πιο σημαντική
είναι η διαφορά στο
κόστος κινδύνου, το
οποίο για τις ελληνικές
τράπεζες διαμορφώθηκε
μόλις στο 0,23%, έναντι
0,58% στην Ευρωζώνη.
Την ίδια στιγμή, η
απόδοση ιδίων κεφαλαίων
έφτασε το 10,97%, έναντι
10,02% για τις
σημαντικές τράπεζες της
Ευρωζώνης.
Η εικόνα αυτή δείχνει
πόσο έχει αλλάξει το
ελληνικό τραπεζικό
μοντέλο τα τελευταία
χρόνια. Από ένα σύστημα
που αντιμετώπιζε ως
βασικό πρόβλημα το
τεράστιο απόθεμα μη
εξυπηρετούμενων δανείων,
έχει μετατραπεί σε έναν
κλάδο με υψηλή
λειτουργική
αποδοτικότητα, χαμηλό
κόστος κινδύνου και
σημαντική παραγωγή
επαναλαμβανόμενων
κερδών.
Το μεγάλο στοίχημα του
2026
Με αυτά τα δεδομένα, δεν
προκαλεί έκπληξη το
γεγονός ότι οι
διοικήσεις των τεσσάρων
τραπεζών εμφανίζονται
περισσότερο αισιόδοξες
για την πορεία της
κερδοφορίας το 2026.
Το αρχικό επιχειρηματικό
πλάνο στηριζόταν σε ένα
περιβάλλον σταδιακής
αποκλιμάκωσης των
επιτοκίων. Η
πραγματικότητα, όμως,
αποδεικνύεται
διαφορετική, καθώς η
επαναφορά των
πληθωριστικών πιέσεων
και οι γεωπολιτικές
εξελίξεις έχουν οδηγήσει
σε υψηλότερες προσδοκίες
για τα επιτόκια.
Για τις ελληνικές
τράπεζες αυτό
μεταφράζεται σε ένα
ιδιαίτερα ευνοϊκό
μείγμα:
περισσότερα δάνεια,
υψηλότερο κόστος
χρήματος στα κυμαινόμενα
δάνεια και ακόμη χαμηλή
επιβάρυνση από τις
καταθέσεις.
Το ερώτημα πλέον δεν
είναι εάν το NIM
θα παραμείνει υψηλότερο
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο. Αυτό θεωρείται
σχεδόν δεδομένο. Το
πραγματικό στοίχημα
είναι για πόσο
διάστημα μπορεί να
διατηρηθεί η σημερινή
απόσταση.
Όσο η πιστωτική επέκταση
παραμένει ισχυρή και οι
καταθέτες δεν απαιτούν
σημαντικά υψηλότερες
αποδόσεις, οι ελληνικές
τράπεζες διαθέτουν έναν
εξαιρετικά ισχυρό
μηχανισμό παραγωγής
κερδών. Και αυτός ο
μηχανισμός, σε συνδυασμό
με το χαμηλό κόστος
κινδύνου και την υψηλή
λειτουργική
αποδοτικότητα,
δημιουργεί μια από τις
ισχυρότερες βάσεις
κερδοφορίας που έχει
διαθέσει ο ελληνικός
τραπεζικός κλάδος εδώ
και πολλά χρόνια.
|