| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τρίτη, 08/09/2026

 

Ο στόχος για ανάπτυξη κοντά στο 2% το 2026 φαίνεται πλέον να αποκτά πιο σταθερή βάση, παρά το δύσκολο γεωπολιτικό περιβάλλον και τις πιέσεις που προκαλεί η ενεργειακή αβεβαιότητα.

Τα στοιχεία του β΄ τριμήνου ενίσχυσαν την εικόνα μιας ελληνικής οικονομίας που εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμό αισθητά υψηλότερο από την Ευρωζώνη. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση και κατά 0,3% σε τριμηνιαία βάση, έναντι ετήσιας αύξησης 2% στο α΄ τρίμηνο.

Η μικρή επιβράδυνση δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα. Αντίθετα, η ανθεκτικότητα της οικονομίας, και κυρίως της ιδιωτικής κατανάλωσης, θεωρείται θετική εξέλιξη σε μια περίοδο κατά την οποία οι υψηλές τιμές ενέργειας και η γεωπολιτική αβεβαιότητα θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει μεγαλύτερη επιβράδυνση.

 

Με τα σημερινά δεδομένα, ο πήχυς για το σύνολο του 2026 μετακινείται πλέον προς το 2%, ενώ η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης.

Οι επενδύσεις παραμένουν ο βασικός μοχλός

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία των αποτελεσμάτων είναι ότι οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου εξακολουθούν να αποτελούν βασικό πυλώνα της ανάπτυξης.

Στο β΄ τρίμηνο αυξήθηκαν κατά 6,1% σε ετήσια βάση, συνεισφέροντας περίπου 1,6 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση του ΑΕΠ.

Ωστόσο, η επιβράδυνση από το 12,1% του α΄ τριμήνου δεν περνά απαρατήρητη. Το θετικό στοιχείο είναι ότι η επενδυτική δραστηριότητα δεν στηρίζεται μόνο στις κατοικίες. Σημαντική συμβολή είχαν οι λοιπές κατασκευές, στις οποίες περιλαμβάνονται μεγάλα έργα υποδομών, γεγονός που δείχνει ότι η επενδυτική κινητικότητα επεκτείνεται στο παραγωγικό κεφάλαιο της οικονομίας.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το 2026 αποτελεί έτος ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Συνεπώς, η επιτάχυνση της υλοποίησης των επενδύσεων στα επόμενα τρίμηνα θα μπορούσε να αποτελέσει έναν από τους βασικούς παράγοντες που θα διατηρήσουν την ανάπτυξη κοντά στον στόχο του 2%.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να συνεχιστεί η επενδυτική άνοδος, αλλά να αξιοποιηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων πριν ολοκληρωθεί το σχετικό πρόγραμμα.

Η κατανάλωση έκανε την έκπληξη

Ακόμη πιο σημαντική ήταν η εικόνα της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Μετά την αδυναμία που εμφάνισε στο α΄ τρίμηνο, η κατανάλωση ανέκαμψε στο β΄ τρίμηνο, αυξανόμενη κατά 1,7% σε ετήσια βάση και προσθέτοντας περίπου 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη.

Η επίδοση αυτή δείχνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, παρά την επίμονη ακρίβεια και το υψηλό κόστος διαβίωσης.

Η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας φαίνεται να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτή την εξέλιξη. Ωστόσο, η κατανάλωση παραμένει και ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα για το δεύτερο μισό του έτους.

Ο λόγος είναι απλός: τα ελληνικά νοικοκυριά παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητα στις αυξήσεις των τιμών, ενώ μια νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους θα μπορούσε να περιορίσει το διαθέσιμο εισόδημα και κατ' επέκταση τις καταναλωτικές δαπάνες.

Το εξωτερικό ισοζύγιο παραμένει αδύναμο σημείο

Σε αντίθεση με την κατανάλωση και τις επενδύσεις, ο εξωτερικός τομέας λειτούργησε ανασταλτικά.

Οι καθαρές εξαγωγές αφαίρεσαν περίπου 0,8 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη, καθώς οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7%, έναντι αύξησης 2,2% των εξαγωγών.

Η εικόνα είναι διαφορετική μεταξύ αγαθών και υπηρεσιών.

Στα αγαθά, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 6,6%, έναντι αύξησης 2% των εισαγωγών. Στις υπηρεσίες, όμως, η εικόνα ήταν πολύ πιο αδύναμη, με τις εισαγωγές να αυξάνονται κατά 8,3%, ενώ οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 1,7%.

Το στοιχείο αυτό αποτελεί υπενθύμιση ότι, παρά τη σημαντική βελτίωση των τελευταίων ετών, η εξωτερική ισορροπία εξακολουθεί να αποτελεί διαρθρωτική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.

Η ενέργεια είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος

Στο δεύτερο μισό του έτους, ο μεγαλύτερος παράγοντας αβεβαιότητας δεν βρίσκεται τόσο στο εσωτερικό της οικονομίας όσο στο διεθνές περιβάλλον.

Η νέα γεωπολιτική ένταση έχει αυξήσει το ενεργειακό κόστος και δημιουργεί πιέσεις τόσο στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών όσο και στο εξωτερικό ισοζύγιο.

Για μια οικονομία που εξακολουθεί να εισάγει μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνει, μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών πετρελαίου μεταφράζεται σε μεγαλύτερο κόστος εισαγωγών και περιορισμό του οφέλους από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση.

Παράλληλα, οι υψηλές τιμές ενέργειας μπορούν να λειτουργήσουν ως έμμεσος φόρος στην οικονομία, περιορίζοντας την κατανάλωση και αυξάνοντας το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Το 2% είναι πλέον εφικτό, αλλά όχι δεδομένο

Η συνολική εικόνα παραμένει πάντως θετική.

Η Ελλάδα έχει εισέλθει στο 2026 με ισχυρότερη αναπτυξιακή βάση, οι επενδύσεις παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η αγορά εργασίας στηρίζει την κατανάλωση και η δημοσιονομική θέση επιτρέπει πρόσθετη στήριξη της οικονομίας.

Οι επιδόσεις του πρώτου εξαμήνου δημιουργούν έτσι τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη κοντά στο 2% για το σύνολο της χρονιάς, υψηλότερα από τις σημερινές προβλέψεις για την Ευρωζώνη.

Το στοίχημα, ωστόσο, μεταφέρεται πλέον στο δεύτερο εξάμηνο.

Η οικονομία θα πρέπει να διατηρήσει την κατανάλωση, να επιταχύνει τις επενδύσεις ώστε να αξιοποιηθούν πλήρως οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και ταυτόχρονα να περιορίσει τις επιπτώσεις από την άνοδο του ενεργειακού κόστους.

Με άλλα λόγια, το 2% δεν είναι πλέον ένας φιλόδοξος στόχος, αλλά ένας ρεαλιστικός πήχης. Η μεγάλη πρόκληση είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να πετύχει αυτόν τον ρυθμό ανάπτυξης χωρίς να διευρύνει εκ νέου τις εξωτερικές της ανισορροπίες και χωρίς η γεωπολιτική κρίση να μετατραπεί σε νέο ενεργειακό σοκ.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum