|
«Χτίζεται διπλή
εμπιστοσύνη»
Όπως εξηγεί η κ.
Μιαούλη, το Ελληνικό
Δημοσιονομικό Συμβούλιο
έχει ήδη δημοσιοποιήσει
το τεχνικό υπόμνημα που
περιγράφει τη
μεθοδολογία και τη
διαδικασία κοστολόγησης
και πλέον αναμένει τις
παρατηρήσεις των
πολιτικών κομμάτων.
Το πρώτο και ίσως
σημαντικότερο ζητούμενο
είναι η δημιουργία
διπλής
εμπιστοσύνης:
από τη μία πλευρά των
πολιτών προς τη
διαδικασία και από την
άλλη των ίδιων των
κομμάτων προς τον θεσμό.
Χωρίς αυτή την
εμπιστοσύνη,
υπογραμμίζει, η
κοστολόγηση δεν μπορεί
να λειτουργήσει
ουσιαστικά, καθώς
προϋποθέτει συνεργασία
μεταξύ των κομμάτων και
της Αρχής.
Η πρόεδρος του ΕΔΣ
θεωρεί πάντως ότι,
ανεξάρτητα από πιθανές
επιμέρους ενστάσεις,
πρόκειται για ένα
σημαντικό βήμα που
μπορεί να αναβαθμίσει
την ποιότητα του
δημόσιου διαλόγου και να
επιτρέψει στους πολίτες
να γνωρίζουν με
μεγαλύτερη ακρίβεια το
δημοσιονομικό αποτύπωμα
των προτάσεων που
τίθενται στην
προεκλογική συζήτηση.
Δεν πρόκειται για
«ελεγκτή» των κομμάτων
Ένα κρίσιμο σημείο της
νέας διαδικασίας είναι
ότι το Δημοσιονομικό
Συμβούλιο δεν θα
αποφασίζει εάν μια
πολιτική πρόταση είναι
«σωστή» ή «λάθος».
Η κοστολόγηση θα έχει
συμβουλευτικό
χαρακτήρα και
θα μπορεί, μεταξύ άλλων,
να εντοπίζει πιθανές
αστοχίες ή υπολογιστικά
λάθη πριν αυτά
παρουσιαστούν δημόσια.
Αυτό, σύμφωνα με την κ.
Μιαούλη, μπορεί να
λειτουργήσει προς όφελος
και των ίδιων των
κομμάτων, καθώς τους
δίνει τη δυνατότητα να
διορθώσουν εγκαίρως μια
πρόταση ή έναν
υπολογισμό.
Παράλληλα, κάθε κόμμα
διατηρεί πλήρως το
δικαίωμα να τροποποιήσει
ή ακόμη και να αποσύρει
μια πρόταση.
Το γεγονός ότι η
διαδικασία είναι
εθελοντική δεν μειώνει,
κατά την ίδια, τη
σημασία της. Αντίθετα,
εκτιμά ότι ένα κόμμα που
επιλέγει να υποβάλει τις
προτάσεις του σε
κοστολόγηση μπορεί να
ενισχύσει την αξιοπιστία
του, ενώ ταυτόχρονα οι
πολίτες αποκτούν
καλύτερη πληροφόρηση.
Το «τεστ» των 120 ημερών
Ένα από τα ζητήματα που
θα μπορούσαν να
δημιουργήσουν πρακτικές
δυσκολίες είναι το
ενδεχόμενο μαζικής
υποβολής προτάσεων λίγο
πριν από τις εκλογές.
Για τον λόγο αυτό έχουν
προβλεφθεί συγκεκριμένα
χρονικά όρια.
Η τελευταία υποβολή
προτάσεων θα πρέπει να
γίνεται 120
ημέρες πριν από την
προγραμματισμένη
ημερομηνία των εκλογών,
ενώ κατά τον τελευταίο
μήνα πριν από τις
εκλογές δεν θα
παραδίδονται εκτιμήσεις.
Το πλαίσιο αυτό
επιχειρεί να αποτρέψει
μια κατάσταση στην οποία
το Δημοσιονομικό
Συμβούλιο θα καλούνταν
να κοστολογήσει μεγάλο
όγκο οικονομικών
εξαγγελιών σε ελάχιστο
χρονικό διάστημα.
Η Αρχή βρίσκεται αυτή
την περίοδο σε
διαδικασία διαλόγου με
τα κόμματα, απαντώντας
σε ερωτήματα και
εξετάζοντας τις
παρατηρήσεις τους, με
στόχο να διαμορφωθεί
ένας μηχανισμός που θα
μπορεί να λειτουργεί
αξιόπιστα στην πράξη.
«Η κρίση χρέους μάς
έκανε πιο
συγκρατημένους»
Η συζήτηση αποκτά
ιδιαίτερο ενδιαφέρον
όταν μεταφέρεται στο
περιεχόμενο των ίδιων
των οικονομικών
εξαγγελιών.
Η πρόεδρος του ΕΔΣ
αποφεύγει να κατονομάσει
πολιτικές δυνάμεις ή
συγκεκριμένες προτάσεις
που θεωρεί μη
ρεαλιστικές. Ωστόσο,
εκτιμά ότι η εμπειρία
της κρίσης χρέους έχει
αφήσει το αποτύπωμά της
στο πολιτικό σύστημα.
Όπως σημειώνει, η
προηγούμενη κρίση
φαίνεται να έχει
καταστήσει τους πάντες
περισσότερο
συγκρατημένους και
ρεαλιστές, αν και όχι
στον ίδιο βαθμό.
Το περιθώριο για
δημοσιονομικά μέτρα
χωρίς επαρκή
χρηματοδότηση παραμένει
περιορισμένο, ιδιαίτερα
επειδή το ελληνικό
δημόσιο χρέος
εξακολουθεί να είναι το
υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Παράλληλα, εξακολουθούν
να υπάρχουν διαρθρωτικές
αδυναμίες της ελληνικής
οικονομίας, τις οποίες
επισημαίνουν τόσο το
ίδιο το Δημοσιονομικό
Συμβούλιο όσο και η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η
Τράπεζα της Ελλάδος.
Και κάπου εδώ
επανέρχεται ένα κρίσιμο
ερώτημα: έχει
πράγματι γίνει το
πολιτικό σύστημα αρκετά
σοφότερο από το κόστος
της προηγούμενης κρίσης;
Δημοσιονομική πειθαρχία:
κανόνας ή κουλτούρα;
Η συζήτηση για τη
δημοσιονομική πειθαρχία
έχει πλέον επεκταθεί και
στο ενδεχόμενο
συνταγματικής της
κατοχύρωσης.
Η κ. Μιαούλη αναγνωρίζει
ότι πρόκειται για ένα
σοβαρό ζήτημα, γύρω από
το οποίο υπάρχουν
αντικρουόμενες απόψεις
μεταξύ ακαδημαϊκών,
οικονομολόγων και
συνταγματολόγων.
Το Δημοσιονομικό
Συμβούλιο δεν έχει
εξετάσει το θέμα σε
τέτοιο βάθος ώστε να
μπορεί να διατυπώσει
επίσημη θέση υπέρ ή
κατά.
Η ίδια, ωστόσο, θέτει
μια διαφορετική
διάσταση: ίσως το
πρόβλημα να μην είναι
πρωτίστως νομικό, αλλά
πολιτισμικό και
θεσμικό.
Η δημοσιονομική
συνέπεια, σύμφωνα με την
προσέγγισή της, δεν
μπορεί να αποτελεί μόνο
έναν κανόνα που
επιβάλλεται από το
Σύνταγμα. Πρέπει να
αποτελεί μέρος της
πολιτικής κουλτούρας.
Η λογική είναι απλή αλλά
κρίσιμη: χωρίς
δημοσιονομική
σταθερότητα δεν υπάρχει
εμπιστοσύνη, χωρίς
εμπιστοσύνη δεν
δημιουργούνται
επενδύσεις και ανάπτυξη
και χωρίς ανάπτυξη δεν
υπάρχουν οι αναγκαίοι
πόροι για την άσκηση
κοινωνικής πολιτικής.
Η Ελλάδα γνώρισε με
ιδιαίτερα επώδυνο τρόπο
τον αντίστροφο κύκλο
κατά την προηγούμενη
δεκαετία.
Το μεγάλο στοίχημα για
την επόμενη εκλογική
αναμέτρηση
Η νέα διαδικασία
κοστολόγησης δεν
πρόκειται να εξαλείψει
τις πολιτικές
αντιπαραθέσεις γύρω από
τα οικονομικά
προγράμματα. Μπορεί όμως
να αλλάξει το επίπεδο
στο οποίο αυτές
πραγματοποιούνται.
Το ζητούμενο δεν είναι
να αποφασίζει μια
ανεξάρτητη Αρχή ποια
πολιτική πρέπει να
εφαρμοστεί. Είναι να
γνωρίζει ο πολίτης
πόσο κοστίζει
κάθε πρόταση, ποιες
είναι οι δημοσιονομικές
της επιπτώσεις και κατά
πόσο οι αριθμοί που τη
συνοδεύουν μπορούν να
στηριχθούν σε πραγματικά
δεδομένα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η
κοστολόγηση μπορεί να
λειτουργήσει ως ένα
είδος θεσμικού «τεστ
αξιοπιστίας» για τις
προεκλογικές εξαγγελίες.
Και μπορεί να
δημιουργήσει ένα νέο
πολιτικό ερώτημα,
διαφορετικό από το
παραδοσιακό «τι
υπόσχεσαι;»:
«Έχεις κοστολογήσει αυτό
που υπόσχεσαι;»
Η απάντηση σε αυτό το
ερώτημα ενδέχεται να
αποκτήσει ιδιαίτερη
σημασία στην επόμενη
προεκλογική περίοδο,
ειδικά σε μια χώρα που
έχει ήδη πληρώσει πολύ
ακριβά την απόσταση
ανάμεσα στις πολιτικές
υποσχέσεις και στις
δημοσιονομικές
δυνατότητες.
|