|
Η Ελλάδα έχει φθηνότερο
ρεύμα, αλλά μεγαλύτερο
βάρος
Η ελληνική περίπτωση
αναδεικνύει ίσως
καλύτερα από οποιαδήποτε
άλλη χώρα τη διαφορά
ανάμεσα στην ονομαστική
τιμή της ενέργειας και
στο πραγματικό βάρος που
αυτή δημιουργεί για τα
νοικοκυριά.
Η μέση τιμή ηλεκτρικής
ενέργειας που
χρησιμοποιεί η
ACER
για την Ελλάδα το 2025
ήταν 253 ευρώ/MWh,
έναντι 294 ευρώ/MWh
στην Ε.Ε.-27. Το
ελληνικό ρεύμα ήταν
δηλαδή περίπου
14% φθηνότερο από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αυτό, ωστόσο, δεν
σημαίνει αντίστοιχα
μικρότερη επιβάρυνση για
τον Έλληνα καταναλωτή.
Με μέσο διαθέσιμο
εισόδημα 19.076
ευρώ και μέση
ετήσια κατανάλωση
2,942
MWh,
η ετήσια δαπάνη
ηλεκτρικής ενέργειας
υπολογίζεται σε περίπου
744 ευρώ.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί
στο 3,9% του
διαθέσιμου εισοδήματος,
ποσοστό που βρίσκεται
στο υψηλότερο επίπεδο
μεταξύ των χωρών που
εξετάζει η ACER,
μαζί με την Τσεχία και
τη Σουηδία.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα
μπορεί να εμφανίζει
χαμηλότερη τιμή ανά
MWh
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, αλλά το χαμηλότερο
διαθέσιμο εισόδημα
μετατρέπει το κόστος της
ενέργειας σε πολύ
μεγαλύτερη οικονομική
επιβάρυνση.
Στις χώρες που εξετάζει
η ACER,
η αντίστοιχη δαπάνη
κυμαινόταν το 2025 από
1,2% έως 3,9%
του διαθέσιμου
εισοδήματος.
Φυσικό αέριο: καλύτερη
εικόνα για την Ελλάδα
Στο φυσικό αέριο η
εικόνα είναι πιο ευνοϊκή
για την Ελλάδα.
Η τιμή που χρησιμοποιεί
η ACER
για τη χώρα
διαμορφώνεται στα
91 ευρώ/MWh,
έναντι 118 ευρώ/MWh
στην Ε.Ε.-27.
Με μέση ετήσια
κατανάλωση 8,529
MWh,
η δαπάνη ενός ελληνικού
νοικοκυριού υπολογίζεται
περίπου στα 776
ευρώ, έναντι
περίπου 1.170
ευρώ στον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η διαφορά αυτή δείχνει
ότι το πρόβλημα της
ενεργειακής προσιτότητας
στην Ελλάδα δεν αφορά
μόνο το ύψος των τιμών.
Συνδέεται άμεσα με το
διαθέσιμο εισόδημα και
το επίπεδο κατανάλωσης.
Αξίζει, πάντως, να
σημειωθεί ότι ο
συγκεκριμένος δείκτης
της ACER
δεν ενσωματώνει την
επίδραση της
φοροδιαφυγής, παράμετρο
που μπορεί να επηρεάζει
την εικόνα του
πραγματικού διαθέσιμου
εισοδήματος στη χώρα.
Η χονδρεμπορική αγορά
παραμένει ακριβή
Σημαντικές
διαφοροποιήσεις
εμφανίζει η Ελλάδα και
στη χονδρεμπορική αγορά
ηλεκτρισμού.
Οι τιμές Day-ahead
παραμένουν σχετικά
υψηλές, ενώ οι
ενδοημερήσιες
διακυμάνσεις είναι
έντονες. Η ACER
αποδίδει την εικόνα σε
μια σειρά από
παράγοντες, μεταξύ των
οποίων η περιορισμένη
ευελιξία του συστήματος,
η ανάγκη λειτουργίας
θερμικών και μονάδων
φυσικού αερίου σε
συγκεκριμένες ώρες και
οι περιορισμοί στις
διασυνδέσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει και η
απόσταση μεταξύ
χονδρικής και λιανικής
τιμής.
Στην Ελλάδα η διαφορά
διαμορφώνεται στα
64 ευρώ/MWh,
η οποία είναι η
τρίτη υψηλότερη στην
Ευρώπη, πίσω
από την Ιρλανδία με 101
ευρώ/MWh
και την Ιταλία με 73
ευρώ/MWh.
Στο φυσικό αέριο η
Ελλάδα βρίσκεται
χαμηλότερα, με διαφορά
περίπου 19 ευρώ/MWh,
καταλαμβάνοντας την
ένατη θέση μεταξύ των
χωρών που εξετάζει η
ACER.
Η μεγάλη ευκαιρία της
ευελιξίας
Η ACER
δίνει ιδιαίτερη έμφαση
στην ανάγκη για
μεγαλύτερο εξηλεκτρισμό
της οικονομίας, αλλά και
σε τιμολόγια που
επιτρέπουν στα
νοικοκυριά να μεταφέρουν
την κατανάλωσή τους σε
ώρες κατά τις οποίες το
κόστος ηλεκτρικής
ενέργειας είναι
χαμηλότερο.
Η δυνατότητα αυτή μπορεί
να μετατραπεί σε
σημαντική εξοικονόμηση.
Με βάση τις συνθήκες που
επικρατούσαν το 2025,
για ένα νοικοκυριό με
ετήσια κατανάλωση
περίπου 3.000
kWh,
η ACER
υπολογίζει ότι η
αξιοποίηση πιο ευέλικτων
τιμολογίων θα μπορούσε
να μειώσει τον μέσο
λογαριασμό ηλεκτρικής
ενέργειας κατά περίπου
20%, ή
περίπου 120 ευρώ
τον χρόνο, στην
Ε.Ε.-27 και τη Νορβηγία.
Το όφελος γίνεται ακόμη
μεγαλύτερο όταν το
νοικοκυριό διαθέτει
ηλεκτρικό αυτοκίνητο,
καθώς η δυνατότητα
φόρτισης σε ώρες χαμηλού
κόστους μπορεί να
οδηγήσει σε εξοικονόμηση
περίπου 340 ευρώ
ετησίως.
Για τα νοικοκυριά με
αντλία θερμότητας, το
αντίστοιχο δυνητικό
όφελος υπολογίζεται
περίπου στα 140
ευρώ τον χρόνο.
Από την κρίση τιμών στην
«έξυπνη» κατανάλωση
Η ενεργειακή κρίση του
2022 άλλαξε μόνιμα τα
δεδομένα για την Ευρώπη.
Οι τιμές έχουν
υποχωρήσει από τα ακραία
επίπεδα, αλλά παραμένουν
σημαντικά υψηλότερες από
εκείνες της περιόδου
2019-2021.
Η επόμενη πρόκληση δεν
αφορά επομένως μόνο το
πώς θα μειωθεί η τιμή
της ενέργειας, αλλά και
το πώς θα καταναλώνεται
με μικρότερο κόστος.
Η ACER
θεωρεί ότι η λιανική
αγορά θα πρέπει να δίνει
στους καταναλωτές
πραγματικές επιλογές:
από τη μία πλευρά τη
σταθερότητα ενός
σταθερού τιμολογίου και
από την άλλη τη
δυνατότητα να
επωφελούνται από τις
διακυμάνσεις της αγοράς,
όταν μπορούν να
προσαρμόζουν τη ζήτηση.
Για την Ελλάδα το ζήτημα
είναι ακόμη πιο κρίσιμο.
Η χώρα δεν αντιμετωπίζει
μόνο το πρόβλημα των
υψηλών τιμών ενέργειας,
αλλά και το πρόβλημα του
χαμηλότερου
διαθέσιμου εισοδήματος,
που αυξάνει δυσανάλογα
το βάρος των
λογαριασμών.
Η νέα ενεργειακή
αναταραχή βρίσκει έτσι
την Ευρώπη με σημαντικά
υψηλότερη βάση κόστους
από εκείνη που είχε πριν
από το 2022. Και για την
Ελλάδα, το στοίχημα δεν
είναι απλώς να γίνει η
ενέργεια φθηνότερη, αλλά
να γίνει πιο
προσιτή σε σχέση με το
εισόδημα των νοικοκυριών.
|