|
Πόσο έχουν αυξηθεί οι
τιμές της ενέργειας
Οι ανατιμήσεις στα
καύσιμα κίνησης έχουν
ήδη αποτυπωθεί έντονα
στις τιμές που πληρώνουν
οι Ευρωπαίοι
καταναλωτές. Σύμφωνα με
το εβδομαδιαίο δελτίο
πετρελαίου της ΕΕ, από
τις 23 Φεβρουαρίου έως
τις 5 Οκτωβρίου 2026 η
μέση τελική τιμή του
ντίζελ αυξήθηκε κατά
35%, ενώ η βενζίνη
ανατιμήθηκε κατά 23%.
Στην ηλεκτρική ενέργεια
και το φυσικό αέριο, η
μεταβολή ήταν ηπιότερη.
Σύμφωνα με τον Δείκτη
Τιμών Ενέργειας
Νοικοκυριών (HEPI),
ο οποίος καταρτίζεται
από τις Energie-Control
Austria,
MEKH
και VaasaETT,
μεταξύ 2 Φεβρουαρίου και
1 Σεπτεμβρίου 2026 οι
οικιακές τιμές φυσικού
αερίου,
συμπεριλαμβανομένων των
φόρων, αυξήθηκαν κατά
μέσο όρο 12% στις
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Για το ηλεκτρικό ρεύμα,
η αντίστοιχη αύξηση ήταν
4,2%.
Η διαφορά εξηγείται εν
μέρει από το γεγονός ότι
οι τιμές λιανικής δεν
ακολουθούν πάντα άμεσα
τις διακυμάνσεις της
χονδρικής αγοράς. Τα
συμβόλαια σταθερής
τιμής, οι διαφορετικές
δομές τιμολόγησης και οι
κρατικές παρεμβάσεις
μπορούν να περιορίσουν ή
να καθυστερήσουν την
επίδραση των αυξήσεων
στους λογαριασμούς.
Ωστόσο, εάν οι υψηλές
τιμές φυσικού αερίου
διατηρηθούν για μεγάλο
χρονικό διάστημα, η
πίεση αναμένεται να
περάσει σταδιακά και
στην ηλεκτρική ενέργεια,
καθώς το φυσικό αέριο
εξακολουθεί να αποτελεί
σημαντικό καύσιμο για
την παραγωγή ρεύματος
στην Ευρώπη.
Πού είναι ακριβότερο το
ηλεκτρικό ρεύμα στην
Ευρώπη
Στις αρχές Σεπτεμβρίου
2026, οι οικιακές τιμές
ηλεκτρικής ενέργειας
στις ευρωπαϊκές
πρωτεύουσες, μαζί με
τους φόρους, παρουσίαζαν
μεγάλες αποκλίσεις.
Ο μέσος όρος της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
διαμορφωνόταν στα 27,2
λεπτά του ευρώ ανά
κιλοβατώρα, ενώ η
διαφορά ανάμεσα στις
ακριβότερες και τις
φθηνότερες αγορές ήταν
ιδιαίτερα μεγάλη.
|
Πρωτεύουσα
|
Τιμή ηλεκτρικού
ρεύματος (λεπτά
ευρώ/kWh)
|
|
Βρυξέλλες
|
41,3
|
|
Βερολίνο
|
39,6
|
|
Δουβλίνο
|
38,7
|
|
Βέρνη
|
38,6
|
|
Λονδίνο
|
38,3
|
|
Ρώμη
|
36,6
|
|
Βιέννη
|
34,4
|
|
Πράγα
|
34,3
|
|
Μαδρίτη
|
28,3
|
|
Παρίσι
|
28,1
|
|
Μέσος όρος ΕΕ
|
27,2
|
|
Βαλέτα
|
12,3
|
|
Βελιγράδι
|
11,6
|
|
Ποντγκόριτσα
|
11,3
|
|
Βουδαπέστη
|
10,3
|
|
Κίεβο
|
8,4
|
Οι Βρυξέλλες
εμφανίζονται ως η
ακριβότερη πρωτεύουσα
μεταξύ των πόλεων που
εξετάζονται, ενώ το
Κίεβο βρίσκεται στο
φθηνότερο άκρο της
κατάταξης.
Στις πέντε μεγαλύτερες
οικονομίες της Ευρώπης,
το Βερολίνο, η Ρώμη και
το Λονδίνο καταγράφουν
ιδιαίτερα υψηλές τιμές.
Αντίθετα, η Μαδρίτη και
το Παρίσι κινούνται
χαμηλότερα, αν και
παραμένουν λίγο πάνω από
τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η αγοραστική δύναμη
αλλάζει την κατάταξη
Η σύγκριση των τιμών σε
ευρώ δεν αποτυπώνει από
μόνη της το πραγματικό
βάρος που έχει η
ενέργεια για κάθε
νοικοκυριό. Για τον λόγο
αυτό, ο δείκτης
HEPI
εξετάζει και τις τιμές
προσαρμοσμένες με βάση
τις ισοτιμίες
αγοραστικής δύναμης (PPS),
οι οποίες λαμβάνουν
υπόψη τις διαφορές στο
κόστος ζωής μεταξύ των
χωρών.
Με αυτή τη μέθοδο, το
Βουκουρέστι
αναδεικνύεται στην
ακριβότερη πόλη για
ηλεκτρικό ρεύμα, με
δείκτη 55,1, ενώ το Όσλο
εμφανίζεται ως η
φθηνότερη, με 11,5.
Μεταξύ των πέντε
μεγαλύτερων ευρωπαϊκών
οικονομιών, η Ρώμη είναι
η ακριβότερη σε όρους
αγοραστικής δύναμης, με
δείκτη 38,2, ενώ το
Παρίσι η φθηνότερη, με
25,8. Το Βερολίνο
διαμορφώνεται στο 35,5,
η Μαδρίτη στο 31,6 και
το Λονδίνο στο 30,9, με
όλες τις παραπάνω
πόλεις, πλην του
Παρισιού, να βρίσκονται
πάνω από τον μέσο όρο
της ΕΕ, ο οποίος
ανέρχεται σε 29,6.
Η αλλαγή στην κατάταξη
δείχνει ότι μια χαμηλή
τιμή σε ευρώ δεν
συνεπάγεται κατ' ανάγκη
και μικρότερη επιβάρυνση
για τον οικογενειακό
προϋπολογισμό. Το
διαθέσιμο εισόδημα και
το γενικότερο επίπεδο
τιμών μιας χώρας
επηρεάζουν καθοριστικά
το πραγματικό κόστος της
ενέργειας.
Φυσικό αέριο: Η
Στοκχόλμη στην κορυφή
των τιμών
Ακόμη μεγαλύτερες
αποκλίσεις εμφανίζονται
στην αγορά φυσικού
αερίου. Στις αρχές
Σεπτεμβρίου 2026, οι
τιμές για τα νοικοκυριά,
συμπεριλαμβανομένων των
φόρων, κυμαίνονταν από
1,5 λεπτό του ευρώ ανά
κιλοβατώρα στο Κίεβο έως
34,8 λεπτά στη
Στοκχόλμη.
Η σουηδική πρωτεύουσα
αποτελεί ακραία
περίπτωση, καθώς η τιμή
της βρίσκεται σημαντικά
υψηλότερα από εκείνη της
δεύτερης ακριβότερης
πόλης, του Άμστερνταμ.
|
Πρωτεύουσα
|
Τιμή φυσικού
αερίου (λεπτά
ευρώ/kWh)
|
|
Στοκχόλμη
|
34,8
|
|
Παρίσι
|
15,7
|
|
Ρώμη
|
15,2
|
|
Βερολίνο
|
12,5
|
|
Μαδρίτη
|
10,1
|
|
Λονδίνο
|
10,3
|
|
Μέσος όρος ΕΕ
|
11,9
|
|
Κίεβο
|
1,5
|
Μεταξύ των πέντε
μεγαλύτερων οικονομιών
της Ευρώπης, το Παρίσι
εμφανίζεται ως η
ακριβότερη πρωτεύουσα
για φυσικό αέριο, ενώ η
Μαδρίτη και το Λονδίνο
βρίσκονται χαμηλότερα
από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η Ρώμη και το Βερολίνο
καταγράφουν επίσης τιμές
υψηλότερες από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Όταν οι τιμές
προσαρμόζονται με βάση
την αγοραστική δύναμη, η
Στοκχόλμη παραμένει η
ακριβότερη αγορά, με
δείκτη 28,5. Στον
αντίποδα βρίσκεται η
Βουδαπέστη, με 3,6.
Στην πρώτη πεντάδα των
ακριβότερων πόλεων σε
όρους αγοραστικής
δύναμης περιλαμβάνονται
επίσης η Λισαβόνα, το
Άμστερνταμ, η Ρώμη και η
Σόφια. Η τελευταία
παρουσιάζει
χαρακτηριστική μεταβολή
στην κατάταξη: από τη
18η θέση με βάση τις
τιμές σε ευρώ ανεβαίνει
στην πέμπτη θέση όταν
συνυπολογίζονται οι
διαφορές στο κόστος
ζωής.
Η Αθήνα μεταξύ των
πόλεων με μεγάλες
αυξήσεις στο φυσικό
αέριο
Η εξέλιξη των τιμών από
τον Φεβρουάριο έως τον
Σεπτέμβριο του 2026
παρουσιάζει σημαντικές
διαφορές από πρωτεύουσα
σε πρωτεύουσα.
Στην ηλεκτρική ενέργεια,
η μεγαλύτερη αύξηση
καταγράφηκε στη
Λισαβόνα, όπου οι τιμές
ενισχύθηκαν κατά 22%.
Ακολούθησαν το
Άμστερνταμ με 17,3%, η
Μαδρίτη με 15,1% και η
Ρώμη με 14,9%.
Αντίθετα, στο
Λουξεμβούργο οι τιμές
του ηλεκτρικού ρεύματος
μειώθηκαν κατά 15,3%,
ενώ πτώση σημειώθηκε και
στο Ταλίν και το
Ελσίνκι.
Στο φυσικό αέριο, η
μεγαλύτερη αύξηση
καταγράφηκε στο Ταλίν,
όπου η τιμή ανέβηκε κατά
59,2%, από 7,8 σε 12,4
λεπτά του ευρώ ανά
κιλοβατώρα.
Ιδιαίτερη σημασία για
την ελληνική αγορά έχει
το γεγονός ότι η Αθήνα
συγκαταλέγεται στις
πρωτεύουσες με τις
μεγαλύτερες αυξήσεις στο
φυσικό αέριο. Η τιμή
αυξήθηκε κατά 33,1% στο
διάστημα που εξετάζεται.
Ακόμη μεγαλύτερες
ανατιμήσεις καταγράφηκαν
στις Βρυξέλλες, με
37,9%, και στη Βέρνη, με
30,2%.
Αυξήσεις άνω του 20%
σημειώθηκαν επίσης στο
Λονδίνο, στη Ρίγα, στη
Βιέννη, στο Παρίσι και
στο Βερολίνο.
Τα στοιχεία αυτά αφορούν
τις τιμές ανά μονάδα
ενέργειας και όχι το
συνολικό ποσό που
πληρώνει κάθε
νοικοκυριό. Το τελικό
κόστος εξαρτάται και από
την κατανάλωση, η οποία
μπορεί να διαφέρει
σημαντικά ανάλογα με τις
καιρικές συνθήκες, τη
μόνωση των κατοικιών και
το είδος της θέρμανσης.
Τα χαμηλά αποθέματα
αυξάνουν την αβεβαιότητα
για τον χειμώνα
Η ευρωπαϊκή αγορά
φυσικού αερίου
εισέρχεται στη χειμερινή
περίοδο με περιορισμένα
αποθέματα. Στις 3
Οκτωβρίου, οι
εγκαταστάσεις
αποθήκευσης της ΕΕ ήταν
γεμάτες κατά 72,4%,
ποσοστό που, σύμφωνα με
τα στοιχεία του
Institute
for
Energy
Economics
and
Financial
Analysis
(IEEFA),
αποτελούσε το χαμηλότερο
επίπεδο για την εποχή
από την έναρξη της
σχετικής καταγραφής το
2011.
Τα χαμηλά αποθέματα
περιορίζουν το περιθώριο
ασφαλείας σε περίπτωση
παρατεταμένου ψύχους ή
νέων διαταραχών στην
προμήθεια φυσικού
αερίου. Εάν η ζήτηση
αυξηθεί απότομα, η
Ευρώπη ενδέχεται να
χρειαστεί να
ανταγωνιστεί εντονότερα
άλλες αγορές για την
εξασφάλιση φορτίων
υγροποιημένου φυσικού
αερίου.
Η εξέλιξη αυτή θα
μπορούσε να διατηρήσει
τις τιμές χονδρικής σε
υψηλά επίπεδα και να
εντείνει την πίεση στα
ενεργειακά τιμολόγια,
ιδιαίτερα εάν οι
γεωπολιτικές εντάσεις
παραμείνουν ισχυρές.
Τι σημαίνει η ενεργειακή
αναταραχή για τα
νοικοκυριά
Η σχετικά περιορισμένη
αύξηση των οικιακών
τιμών ηλεκτρικής
ενέργειας και φυσικού
αερίου μέχρι τον
Σεπτέμβριο δεν σημαίνει
ότι ο κίνδυνος νέων
ανατιμήσεων έχει
εκλείψει. Τα σταθερά
συμβόλαια και οι
κρατικές παρεμβάσεις
μπορούν να λειτουργήσουν
ως προσωρινό ανάχωμα,
αλλά η διάρκεια και η
ένταση της ενεργειακής
κρίσης θα καθορίσουν
πόσο από το αυξημένο
κόστος χονδρικής θα
μεταφερθεί τελικά στους
καταναλωτές.
Για την Ελλάδα, η
σημαντική αύξηση της
τιμής του φυσικού αερίου
στην Αθήνα αποτελεί
ένδειξη ότι οι πιέσεις
δεν περιορίζονται στις
μεγάλες αγορές της
βόρειας Ευρώπης. Η
πορεία των τιμών το
επόμενο διάστημα θα
εξαρτηθεί από τις
διεθνείς προμήθειες, την
εξέλιξη της σύγκρουσης
στη Μέση Ανατολή, τη
ζήτηση κατά τους
ψυχρότερους μήνες και
τις συνθήκες λειτουργίας
της ευρωπαϊκής αγοράς
ηλεκτρικής ενέργειας.
Το βασικό ερώτημα για
τον χειμώνα είναι εάν η
Ευρώπη θα καταφέρει να
καλύψει τις ενεργειακές
της ανάγκες χωρίς νέα
απότομη άνοδο των τιμών.
Με τις αποθήκες
χαμηλότερα από τα συνήθη
επίπεδα και τις τιμές
φυσικού αερίου να έχουν
ήδη αυξηθεί έντονα, η
πορεία της αγοράς θα
παραμείνει κρίσιμη τόσο
για τους οικογενειακούς
προϋπολογισμούς όσο και
για το κόστος
λειτουργίας των
επιχειρήσεων.
|