|
Ο Lubin,
με πολυετή εμπειρία ως
επικεφαλής οικονομολόγος
αναδυόμενων αγορών στη
Citi
και σήμερα στέλεχος ενός
από τα κορυφαία διεθνή
think
tanks,
υπογραμμίζει ότι η
παγκόσμια οικονομία
κινείται προς ένα
περιβάλλον
στασιμοπληθωρισμού,
δηλαδή συνδυασμού υψηλού
πληθωρισμού και χαμηλής
ανάπτυξης. Οι επιπτώσεις
δεν θα είναι ίδιες για
όλες τις οικονομίες,
καθώς οι πιο ευάλωτες θα
είναι εκείνες με
χαμηλότερα εισοδήματα
και υψηλή εξάρτηση από
εισαγόμενη ενέργεια.
Η ένταση στη Μέση
Ανατολή μπορεί να
οδηγήσει σε σημαντική
απώλεια προσφοράς
πετρελαίου, με τις
επιπτώσεις να
επεκτείνονται και σε
άλλα κρίσιμα
εμπορεύματα, όπως
λιπάσματα, χημικά
προϊόντα και
βιομηχανικές πρώτες
ύλες. Αν και τα
στρατηγικά αποθέματα
προσφέρουν προσωρινή
ανακούφιση, δεν αρκούν
για να αποτρέψουν ένα
ευρύτερο οικονομικό σοκ
σε περίπτωση
παρατεταμένης κρίσης.
Όσον αφορά την εξέλιξη
της σύγκρουσης,
εκτιμάται ότι δεν
διαφαίνεται άμεση
διέξοδος. Αν και αρχικά
υπήρχαν εκτιμήσεις ότι η
ένταση θα μπορούσε να
περιοριστεί σχετικά
γρήγορα, πλέον το
ενδεχόμενο μιας
μακροχρόνιας
αντιπαράθεσης φαίνεται
πιο πιθανό. Σε αυτό το
πλαίσιο, το Ιράν
αναμένεται να
αξιοποιήσει όλα τα
διαθέσιμα μέσα πίεσης,
με τα Στενά του Ορμούζ
να αποτελούν το
σημαντικότερο στρατηγικό
του πλεονέκτημα.
Η κατάσταση αυτή
συνεπάγεται ότι το
«ασφάλιστρο κινδύνου»
στις τιμές ενέργειας και
πρώτων υλών θα
παραμείνει αυξημένο,
επηρεάζοντας τις αγορές
για μεγάλο χρονικό
διάστημα.
Σε ό,τι αφορά την Ασία,
η εικόνα δεν είναι
ενιαία. Παρότι ορισμένοι
θεωρούν ότι η περιοχή θα
πληγεί ιδιαίτερα, η Κίνα
εμφανίζεται πιο
ανθεκτική, καθώς
διαθέτει διαφοροποιημένο
ενεργειακό μείγμα και
μικρότερη εξάρτηση από
το πετρέλαιο. Επιπλέον,
η άνοδος των τιμών
ενέργειας ενδέχεται να
λειτουργήσει
αντισταθμιστικά απέναντι
στις αποπληθωριστικές
πιέσεις που
αντιμετωπίζει.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος
κίνδυνος για την
κινεζική οικονομία
συνδέεται με τη διεθνή
συγκυρία: μια ενδεχόμενη
παγκόσμια ύφεση θα
μπορούσε να πλήξει τις
εξαγωγές της,
επηρεάζοντας συνολικά
την αναπτυξιακή της
δυναμική.
|