|
Το πολιτικό σενάριο που
ιστορικά συνδέεται με
χαμηλότερες αποδόσεις
Πριν από τις εκλογές, οι
Ρεπουμπλικανοί διέθεταν
οριακή πλειοψηφία και
στα δύο σώματα του
Κογκρέσου: 218 από τις
435 έδρες στη Βουλή των
Αντιπροσώπων και 53 από
τις 100 στη Γερουσία.
Η απώλεια έστω και ενός
από τα δύο σώματα θα
περιόριζε σημαντικά τη
δυνατότητα της
κυβέρνησης Τραμπ να
προωθήσει το νομοθετικό
της πρόγραμμα. Αυτό έχει
σημασία για τις αγορές,
καθώς οι δημοσιονομικές
αποφάσεις, η φορολογία
και οι ρυθμιστικές
παρεμβάσεις μπορούν να
επηρεάσουν άμεσα τα
εταιρικά κέρδη και τις
χρηματιστηριακές
αποτιμήσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζουν τα ιστορικά
στοιχεία που εξέτασε η
Retirement
Researcher
για την περίοδο
1926-2023. Η ανάλυση
συνέκρινε τη μέση ετήσια
απόδοση του S&P
500 σε τέσσερις
διαφορετικές πολιτικές
συνθήκες, με
αξιοσημείωτες αποκλίσεις
μεταξύ τους.
|
Πολιτική
κατάσταση στις
ΗΠΑ
|
Μέση ετήσια
απόδοση S&P
500
|
|
Δημοκρατικός
πρόεδρος και
διχασμένο
Κογκρέσο
|
16,63%
|
|
Ενιαία
ρεπουμπλικανική
διακυβέρνηση
|
14,52%
|
|
Ενιαία
δημοκρατική
διακυβέρνηση
|
14,01%
|
|
Ρεπουμπλικανός
πρόεδρος και
διχασμένο
Κογκρέσο
|
7,33%
|
Το πιο αδύναμο
αποτέλεσμα καταγράφηκε
όταν ο πρόεδρος ήταν
Ρεπουμπλικανός, αλλά το
Κογκρέσο βρισκόταν υπό
διαιρεμένο έλεγχο. Σε
αυτές τις περιπτώσεις, η
μέση ετήσια απόδοση του
S&P
500 περιορίστηκε στο
7,33%, έναντι αποδόσεων
άνω του 14% στα υπόλοιπα
σενάρια.
Εφόσον επαναλαμβανόταν
το ίδιο μοτίβο κατά το
δεύτερο μισό της
προεδρικής θητείας του
Τραμπ, οι
χρηματιστηριακές
αποδόσεις θα μπορούσαν
να κινηθούν αισθητά
χαμηλότερα από τον
ιστορικό μέσο όρο των
άλλων πολιτικών
συνθηκών.
Γιατί η ιστορική
σύγκριση δεν αποτελεί
πρόβλεψη
Τα συγκεκριμένα στοιχεία
χρειάζονται, ωστόσο,
προσεκτική ερμηνεία.
Πρόκειται για μέσους
όρους που προκύπτουν από
διαφορετικές περιόδους,
με διαφορετικές
οικονομικές συνθήκες,
επίπεδα επιτοκίων και
εταιρικά κέρδη. Δεν
αποδεικνύουν ότι ένα
διχασμένο Κογκρέσο
προκαλεί από μόνο του
χαμηλότερες αποδόσεις.
Επιπλέον, ακόμη και η
μέση ετήσια απόδοση
7,33% παραμένει θετική.
Επομένως, το ιστορικό
προηγούμενο δεν
παραπέμπει κατ’ ανάγκη
σε πτώση της αγοράς,
αλλά σε ενδεχόμενη
επιβράδυνση της απόδοσης
σε σχέση με άλλες
πολιτικές περιόδους.
Η μακροπρόθεσμη εικόνα
είναι επίσης σημαντική.
Παρά τις περιόδους
πολιτικής αβεβαιότητας
και τις εναλλαγές στην
εξουσία, οι αμερικανικές
μετοχές έχουν διατηρήσει
διαχρονικά ισχυρές
επιδόσεις σε σύγκριση με
άλλες βασικές κατηγορίες
επενδύσεων, όπως τα
ομόλογα, τα εμπορεύματα
και τα ακίνητα.
Το διχασμένο Κογκρέσο
μπορεί να λειτουργήσει
και υπέρ των μετοχών
Η πολιτική αντιπαράθεση
δεν αποτελεί
αποκλειστικά αρνητικό
παράγοντα για τη
Wall
Street.
Ένα Κογκρέσο χωρίς
ενιαία πλειοψηφία είναι
λιγότερο πιθανό να
εγκρίνει μεγάλες
νομοθετικές αλλαγές,
γεγονός που μπορεί να
περιορίσει τις αιφνίδιες
μεταβολές στο φορολογικό
και ρυθμιστικό πλαίσιο.
Για τις επιχειρήσεις και
τους επενδυτές, η
προβλεψιμότητα έχει
αξία. Όταν μειώνεται η
πιθανότητα σημαντικών
αλλαγών πολιτικής, οι
αγορές μπορούν να
λειτουργήσουν σε ένα πιο
σταθερό θεσμικό
περιβάλλον.
Υπάρχει, βέβαια, και η
αντίθετη πλευρά. Η
αδυναμία συνεννόησης
μεταξύ Λευκού Οίκου και
Κογκρέσου μπορεί να
περιπλέξει κρίσιμες
διαπραγματεύσεις για το
ανώτατο όριο του
δημόσιου χρέους, τον
προϋπολογισμό και τη
χρηματοδότηση της
ομοσπονδιακής
κυβέρνησης. Σε ένα
τέτοιο περιβάλλον, η
πολιτική ακινησία μπορεί
να εξελιχθεί σε πηγή
μεταβλητότητας.
Το πραγματικό στοίχημα
για τη Wall
Street
Οι ενδιάμεσες εκλογές
αποτελούν έναν ακόμη
παράγοντα αβεβαιότητας
για τις αμερικανικές
μετοχές, αλλά δεν αρκούν
από μόνες τους για να
καθορίσουν την πορεία
του Dow
Jones,
του S&P
500 και του
Nasdaq.
Η εξέλιξη των εταιρικών
κερδών, η πορεία του
πληθωρισμού, τα επιτόκια
και οι αποτιμήσεις θα
εξακολουθήσουν να έχουν
καθοριστική σημασία.
Το ιστορικό προηγούμενο
που συνδέει έναν
Ρεπουμπλικανό πρόεδρο με
διχασμένο Κογκρέσο με
χαμηλότερες μέσες
αποδόσεις λειτουργεί ως
προειδοποίηση, όχι ως
βεβαιότητα. Για τους
επενδυτές, το κρίσιμο
είναι να διαχωρίσουν τον
πολιτικό θόρυβο από τις
πραγματικές επιπτώσεις
στην οικονομία και στα
εταιρικά μεγέθη.
Η Wall
Street
έχει αποδείξει
επανειλημμένα ότι μπορεί
να προσαρμόζεται σε
διαφορετικούς πολιτικούς
συσχετισμούς. Το αν οι
εκλογές του Νοεμβρίου θα
ανακόψουν την ανοδική
πορεία των αμερικανικών
μετοχών θα εξαρτηθεί
τελικά λιγότερο από το
αποτέλεσμα καθαυτό και
περισσότερο από τον
τρόπο με τον οποίο αυτό
θα επηρεάσει την
οικονομική πολιτική και
τις προσδοκίες της
αγοράς.
|