|
Το πρόβλημα γίνεται
ακόμη πιο έντονο όταν
εξετάζεται η ενεργειακή
απόδοση των κατοικιών.
Η Ελλάδα πρώτη στην
ενεργειακή φτώχεια
Η αδυναμία των
νοικοκυριών να
διατηρήσουν επαρκώς
ζεστό το σπίτι τους τον
χειμώνα παραμένει στην
Ελλάδα πολύ υψηλότερη
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο.
|
Έτος
|
Ελλάδα
|
Ε.Ε.
|
|
2023
|
19,2%
|
10,6%
|
|
2024
|
19,0%
|
9,2%
|
|
2025
|
18,1%
|
8,8%
|
Παρά τη μικρή βελτίωση,
η Ελλάδα βρέθηκε το 2025
στην πρώτη θέση μεταξύ
των χωρών της Ε.Ε. ως
προς το ποσοστό των
πολιτών που δεν
μπορούσαν να διατηρήσουν
επαρκώς ζεστή την
κατοικία τους.
Το στοιχείο αυτό αποκτά
ακόμη μεγαλύτερη σημασία
σε ένα περιβάλλον νέας
ανόδου του ενεργειακού
κόστους. Η μείωση της
κατανάλωσης δεν σημαίνει
απαραίτητα εξοικονόμηση.
Για ένα μέρος των
νοικοκυριών σημαίνει
απλώς ότι περιορίζουν τη
θέρμανση επειδή δεν
μπορούν να πληρώσουν τον
λογαριασμό.
Με τις σημερινές τιμές
ηλεκτρικής ενέργειας,
φυσικού αερίου και
καυσίμων, η πρόσθετη
επιβάρυνση των
νοικοκυριών σε σχέση με
πέρυσι εκτιμάται ότι
μπορεί να προσεγγίσει τα
500 εκατ. ευρώ, όταν
ξεκινήσει και η
κατανάλωση για θέρμανση.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι
τα σπίτια
Περισσότερες από τις
μισές κατοικίες στην
Ελλάδα έχουν
κατασκευαστεί πριν από
το 1980, ενώ το 35,7%
του συνόλου χτίστηκε
στις δεκαετίες του 1960
και του 1970.
Περίπου έξι στις δέκα
κατοικίες δεν διαθέτουν
επαρκή θερμομόνωση, ενώ
περίπου το 75% του
κτιριακού αποθέματος
βρίσκεται στις χαμηλές
ενεργειακές κατηγορίες Ε
έως Η. Στις υψηλές
κατηγορίες Α και Β
ανήκει μόλις το 3,76%.
Αυτό εξηγεί σε μεγάλο
βαθμό γιατί η Ελλάδα
μπορεί ταυτόχρονα να
εμφανίζει χαμηλή
πραγματική κατανάλωση
ενέργειας και υψηλό
ενεργειακό κόστος για τα
νοικοκυριά.
Την περίοδο 2010-2023 η
κατανάλωση ενέργειας για
θέρμανση ανά τετραγωνικό
μέτρο μειώθηκε περίπου
3,6% ετησίως. Η μείωση
αυτή, όμως, δεν
οφείλεται μόνο σε
ενεργειακές
αναβαθμίσεις. Σε
σημαντικό βαθμό
αντανακλά και την
αδυναμία των νοικοκυριών
να θερμάνουν επαρκώς τα
σπίτια τους.
Την ίδια στιγμή, η
κατανάλωση ανά κατοικία
για ηλεκτρικές συσκευές
και φωτισμό αυξήθηκε
κατά 57% από το 2000 έως
το 2023, ενώ για την
ψύξη η αύξηση έφτασε το
εντυπωσιακό 353%.
Η εικόνα αλλάζει ακόμη
περισσότερο όταν
λαμβάνεται υπόψη το
κλίμα. Με βάση την
ακατέργαστη κατανάλωση,
η Ελλάδα βρίσκεται
σχετικά χαμηλά στην
ευρωπαϊκή κατάταξη. Μετά
όμως την κλιματική
διόρθωση, μετακινείται
πολύ ψηλότερα και
κατατάσσεται μεταξύ των
χωρών με την υψηλότερη
κατανάλωση ενέργειας ανά
κατοικία.
2,5 δισ. ευρώ στα
«Εξοικονομώ», αλλά η
ανακαίνιση παραμένει
αργή
Την τελευταία 15ετία
έχουν κινητοποιηθεί
περίπου 2,5 δισ. ευρώ
μέσω των προγραμμάτων
«Εξοικονομώ», με στόχο
την ενεργειακή
αναβάθμιση περίπου
200.000 κατοικιών.
Η χρηματοδότηση είναι
σημαντική, αλλά τα
αποτελέσματα δείχνουν
ότι η ταχύτητα
αναβάθμισης του
κτιριακού αποθέματος
παραμένει χαμηλή.
Μόλις το 9,5% των
Ελλήνων δηλώνει ότι η
κατοικία του
αναβαθμίστηκε ενεργειακά
την τελευταία πενταετία,
έναντι 23,9% στην Ε.Ε. Ο
ετήσιος ρυθμός
ανακαίνισης κινείται
λίγο πάνω από το 1% του
συνολικού κτιριακού
αποθέματος.
Το πρόβλημα δεν είναι
μόνο το ύψος των
διαθέσιμων πόρων. Είναι
και ο τρόπος με τον
οποίο σχεδιάζονται και
εφαρμόζονται οι
παρεμβάσεις.
Τα προγράμματα
αντικατάστασης συσκευών,
για παράδειγμα, δεν
αντιμετωπίζουν
απαραίτητα την κύρια
αιτία της υψηλής
κατανάλωσης ενός
κτιρίου. Στο «Ανακυκλώνω
– Αλλάζω Συσκευή», από
879.026 αιτήσεις
κρίθηκαν επιλέξιμες
149.948, δηλαδή περίπου
το 17%, σε ένα πρόγραμμα
προϋπολογισμού 150 εκατ.
ευρώ.
Αντίστοιχα, το πρόγραμμα
«Αλλάζω Σύστημα
Θέρμανσης και
Θερμοσίφωνα», συνολικού
προϋπολογισμού 647,1
εκατ. ευρώ, κινήθηκε με
επιδοτήσεις ακόμη και
για υψηλότερα
εισοδήματα.
Το βασικό ζήτημα, όμως,
είναι η σειρά των
παρεμβάσεων. Η
εγκατάσταση μιας αντλίας
θερμότητας σε ένα σπίτι
με ανεπαρκή μόνωση δεν
εξασφαλίζει από μόνη της
χαμηλή κατανάλωση. Το
σύστημα μπορεί να
χρειάζεται μεγαλύτερη
ισχύ για να διατηρήσει
την επιθυμητή
θερμοκρασία,
καταναλώνοντας
περισσότερο ηλεκτρικό
ρεύμα.
Το νέο στοίχημα των 2,1
δισ. ευρώ
Το βάρος μεταφέρεται
πλέον στο νέο
«Εξοικονομώ», ύψους 1,2
δισ. ευρώ, αλλά και στις
δράσεις του Κοινωνικού
Κλιματικού Ταμείου.
Στο πλαίσιο αυτό
προβλέπονται περίπου 930
εκατ. ευρώ για την
εγκατάσταση 130.000
αντλιών θερμότητας και
70.000 ηλιακών
θερμοσιφώνων.
Το ζητούμενο, ωστόσο,
δεν είναι απλώς να
αυξηθεί ο αριθμός των
επιδοτούμενων συσκευών.
Είναι να μειωθεί
πραγματικά η κατανάλωση
ενέργειας.
Όπως έχει επισημάνει ο
καθηγητής Ενεργειακής
Οικονομίας του ΕΜΠ
Παντελής Κάπρος,
προτεραιότητα θα πρέπει
να δοθεί στις βαθιές
ανακαινίσεις των πιο
ενεργοβόρων κτιρίων, στη
θερμομόνωση ολόκληρων
πολυκατοικιών αντί
μεμονωμένων
διαμερισμάτων και στην
ανεξάρτητη αξιολόγηση
των προγραμμάτων, με
πραγματικές μετρήσεις
του ενεργειακού
αποτελέσματος.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα
χρειάζεται λιγότερο
«επιδοτούμενη αγορά
εξοπλισμού» και
περισσότερο πραγματική
ενεργειακή αναβάθμιση
του κτιριακού
αποθέματος.
Αυτοκίνητα 18 ετών και
περιορισμένη
ηλεκτροκίνηση
Το ίδιο πρόβλημα
εμφανίζεται και στις
μεταφορές.
Οι μεταφορές
αντιστοιχούν περίπου στο
43% της τελικής
ενεργειακής κατανάλωσης
στην Ελλάδα, ενώ ο μέσος
όρος ηλικίας των
επιβατικών αυτοκινήτων
ανέρχεται σε περίπου
17,8 χρόνια, έναντι 12,7
ετών στην Ε.Ε.
Σχεδόν ένα στα δύο Ι.Χ.
είναι ηλικίας άνω των 20
ετών.
Η ανανέωση του στόλου
προχωρά αργά και η
ηλεκτροκίνηση παραμένει
σε σχετικά χαμηλά
επίπεδα. Τα αμιγώς
ηλεκτρικά αυτοκίνητα
αντιστοιχούσαν περίπου
στο 6,2% των νέων
ταξινομήσεων το 2025 και
μαζί με τα plug-in
υβριδικά στο 14,3%.
Έτσι, ένα σημαντικό
μέρος της ενεργειακής
εξοικονόμησης στις
μεταφορές δεν μπορεί να
προκύψει απλώς από
αλλαγή συμπεριφοράς.
Απαιτείται ανανέωση του
ίδιου του στόλου.
Η ανάπτυξη ενός
ταχύρρυθμου δικτύου
φόρτισης, ένα ουσιαστικό
πρόγραμμα απόσυρσης
παλαιών οχημάτων, η
σταδιακή ηλεκτροκίνηση
των επαγγελματικών
οχημάτων και η ενίσχυση
των δημόσιων
συγκοινωνιών αποτελούν
τις βασικές παρεμβάσεις
που μπορούν να αλλάξουν
την εικόνα.
Ακόμη και στα 2 ευρώ η
βενζίνη, η κατανάλωση
δεν πέφτει
Η δυσκολία αλλαγής
συμπεριφοράς φαίνεται
και από την αντίδραση
των οδηγών στις υψηλές
τιμές.
Παρά το γεγονός ότι η
βενζίνη ξεπέρασε τα 2
ευρώ το λίτρο, η
κατανάλωσή της στο
εξάμηνο
Μαρτίου-Αυγούστου
μειώθηκε μόλις κατά
1,3%. Στο ντίζελ κίνησης
η υποχώρηση ήταν μόλις
0,1%.
Η μικρή αντίδραση στη
μεγάλη αύξηση της τιμής
δείχνει πόσο
περιορισμένες είναι οι
δυνατότητες προσαρμογής
όταν η οικονομική
δραστηριότητα και η
καθημερινότητα
εξαρτώνται από το
αυτοκίνητο.
Το ελληνικό ενεργειακό
παράδοξο
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι
μπροστά σε ένα πρόβλημα
που δεν λύνεται απλώς με
την προτροπή για
μικρότερη κατανάλωση.
Ένα νοικοκυριό που δεν
θερμαίνει επαρκώς το
σπίτι του δεν έχει
ουσιαστικά περιθώριο να
«εξοικονομήσει»
περισσότερη ενέργεια.
Έχει ανάγκη από ένα
σπίτι που θα απαιτεί
λιγότερη ενέργεια για να
θερμανθεί και να ψυχθεί.
Αντίστοιχα, ένας οδηγός
με ένα αυτοκίνητο 20
ετών δεν μπορεί να
μειώσει δραστικά την
κατανάλωσή του χωρίς
εναλλακτικές λύσεις,
καλύτερες δημόσιες
συγκοινωνίες ή
οικονομικά προσιτή
δυνατότητα
αντικατάστασης του
οχήματος.
Αυτό είναι και το βασικό
ελληνικό ενεργειακό
παράδοξο: η χώρα
χρειάζεται να
καταναλώνει λιγότερη
ενέργεια, αλλά πρώτα
πρέπει να επενδύσει ώστε
να μπορεί να το κάνει
χωρίς να περιορίζει το
επίπεδο διαβίωσης των
νοικοκυριών.
Η πραγματική
εξοικονόμηση δεν θα
έρθει από το να κλείσει
ένα ακόμη καλοριφέρ ή να
περιοριστεί η χρήση του
αυτοκινήτου. Θα έρθει
από καλύτερα μονωμένα
κτίρια, αποδοτικότερη
θέρμανση, νεότερα
οχήματα, περισσότερες
δημόσιες μεταφορές και
ένα δίκτυο
ηλεκτροδότησης και
φόρτισης που θα μπορεί
να υποστηρίξει την
ηλεκτροκίνηση.
Και κυρίως, από
προγράμματα που θα
μετρούν το αποτέλεσμα
της επένδυσης στην
εξοικονόμηση ενέργειας
και όχι απλώς το ποσό
των επιδοτήσεων που
διατέθηκε.
|