|
Τα στοιχεία της
Eurostat
δείχνουν ότι το 2024 τα
ελληνικά νοικοκυριά
δαπάνησαν περίπου το 36%
του διαθέσιμου
εισοδήματός τους για
στεγαστικές ανάγκες. Η
επιβάρυνση αυτή
οφείλεται κυρίως στο
γεγονός ότι οι τιμές
αγοράς και ενοικίασης
ακινήτων αυξάνονται με
ταχύτερους ρυθμούς από
τα εισοδήματα.
Σε αυτό το πλαίσιο,
ολοένα και περισσότεροι
αναρωτιούνται αν τα
χρήματα που δαπανώνται
για ενοίκιο θα μπορούσαν
να κατευθυνθούν σε δόση
στεγαστικού δανείου. Η
αγορά κατοικίας, βέβαια,
παραμένει μια σύνθετη
απόφαση, καθώς
προϋποθέτει οικονομική
σταθερότητα και
διαθέσιμο κεφάλαιο. Εάν
όμως πληρούνται οι
βασικές προϋποθέσεις, η
επιλογή του δανείου
μπορεί να αποδειχθεί πιο
συμφέρουσα
μακροπρόθεσμα, αφού μετά
την αποπληρωμή του
δανείου το ακίνητο
παραμένει στην
ιδιοκτησία του αγοραστή
για χρήση ή αξιοποίηση.
Με τις σημερινές τιμές
στην ελληνική αγορά
ακινήτων να βρίσκονται
σε υψηλά επίπεδα, σε
αρκετές περιπτώσεις η
μηνιαία δόση ενός
στεγαστικού δανείου
μπορεί να είναι παρόμοια
ή ακόμη και χαμηλότερη
από το ενοίκιο μιας
αντίστοιχης κατοικίας.
Σύμφωνα με στοιχεία της
πλατφόρμας
Spitogatos,
το 2025 η μέση ζητούμενη
τιμή πώλησης κατοικίας
στην Αττική διαμορφώθηκε
στα 2.830 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο, ενώ η
μέση τιμή ενοικίασης
έφτασε τα 11,3 ευρώ ανά
τ.μ. Για ένα διαμέρισμα
50 τ.μ., το μηνιαίο
ενοίκιο θα διαμορφωνόταν
περίπου στα 565 ευρώ.
Με βάση ενδεικτικούς
υπολογισμούς από
τραπεζικά εργαλεία και
εξειδικευμένες
ιστοσελίδες, ένα
στεγαστικό δάνειο ύψους
110.000 ευρώ με σταθερό
επιτόκιο και διάρκεια
αποπληρωμής 30 ετών
συνεπάγεται μηνιαία δόση
περίπου 530 έως 550
ευρώ. Δηλαδή, σε
ορισμένες περιπτώσεις η
δόση μπορεί να είναι
ελαφρώς χαμηλότερη από
το ενοίκιο.
Έτσι, η αγορά κατοικίας
εξακολουθεί να θεωρείται
μια δυνητικά ελκυστική
επενδυτική επιλογή. Ο
αγοραστής μπορεί είτε να
κατοικήσει ο ίδιος στο
ακίνητο, αποφεύγοντας
την πληρωμή ενοικίου,
είτε να το εκμισθώσει
ώστε το μίσθωμα να
καλύπτει τη δόση του
δανείου, αποκτώντας
σταδιακά ένα σημαντικό
περιουσιακό στοιχείο.
Σύμφωνα με μελέτη της
Alpha
Bank,
το 2025 περίπου το 20%
των νέων δήλωσε ότι
επιθυμεί να αγοράσει
κατοικία στο άμεσο
μέλλον, έναντι 12% το
2024, γεγονός που
δείχνει αυξανόμενο
ενδιαφέρον για
ιδιοκατοίκηση.
Κρυφά κόστη και πιθανοί
κίνδυνοι
Παρά τα πιθανά οφέλη, η
αγορά κατοικίας δεν
είναι χωρίς κινδύνους.
Για την απόκτηση ενός
ακινήτου απαιτείται
συνήθως ίδια συμμετοχή
τουλάχιστον 10% της
αξίας, ενώ υπάρχουν και
επιπλέον έξοδα όπως
συμβολαιογραφικά, φόρος
μεταβίβασης και μεσιτική
προμήθεια. Παράλληλα, ο
ιδιοκτήτης επιβαρύνεται
με κόστη όπως ο ΕΝΦΙΑ,
τα κοινόχρηστα, η
ασφάλιση και η συντήρηση
του ακινήτου.
Εξίσου σημαντική είναι
και η επιλογή του τύπου
δανείου. Το σταθερό
επιτόκιο εξασφαλίζει
σταθερή μηνιαία δόση,
αλλά αυξάνει το συνολικό
κόστος τόκων, ενώ τα
μεταβλητά επιτόκια
ενδέχεται να επιβαρύνουν
τον προϋπολογισμό εάν
μεταβληθούν οι συνθήκες
της αγοράς.
Επιπλέον, η αδυναμία
αποπληρωμής ενός
στεγαστικού δανείου
μπορεί να έχει
σοβαρότερες συνέπειες
από την αδυναμία
πληρωμής ενοικίου. Η
εμπειρία της οικονομικής
κρίσης έδειξε ότι δάνεια
αξίας δισεκατομμυρίων
ευρώ κατέληξαν
«κόκκινα», όταν πολλοί
δανειολήπτες έχασαν τη
δυνατότητα εξυπηρέτησής
τους.
Παρόλα αυτά, με σωστό
σχεδιασμό, ρεαλιστικό
προϋπολογισμό και
προσεκτική επιλογή
ακινήτου, η μηνιαία δόση
ενός στεγαστικού δανείου
μπορεί να αποτελέσει μια
μορφή μακροχρόνιας
αποταμίευσης που οδηγεί
στη δημιουργία
πραγματικού κεφαλαίου.
Ποιοι επηρεάζονται
περισσότερο
Σύμφωνα με την πιο
πρόσφατη έρευνα της
διαΝΕΟσις,
σε συνεργασία με το
ΙΟΒΕ,
οι ενοικιαστές –ιδίως
στα μεγάλα αστικά
κέντρα– επιβαρύνονται
σημαντικά περισσότερο
από το στεγαστικό κόστος
σε σχέση με όσους
αποπληρώνουν στεγαστικά
δάνεια.
Οι αυξανόμενες τιμές
ενοικίων, σε συνδυασμό
με το γεγονός ότι οι
ενοικιαστές συχνά
διαθέτουν χαμηλότερα
εισοδήματα και μικρότερη
περιουσία, εντείνουν το
πρόβλημα της προσιτής
στέγασης.
Η έρευνα δείχνει ότι το
60,1% των ενοικιαστών
δαπανά τουλάχιστον το
40% του διαθέσιμου
εισοδήματός του για
στέγη, ποσοστό που
θεωρείται υπέρμετρη
στεγαστική επιβάρυνση.
Παράλληλα, σχεδόν το 50%
των νοικοκυριών που
αποπληρώνουν στεγαστικό
δάνειο αντιμετωπίζει
επίσης υψηλή στεγαστική
επιβάρυνση.
Εάν η κατάσταση
επιδεινωθεί και μεγάλος
αριθμός νοικοκυριών
παραμείνει οικονομικά
ευάλωτος, υπάρχει ο
κίνδυνος να δημιουργηθεί
μια νέα γενιά «κόκκινων»
δανείων, που θα μπορούσε
να επηρεάσει συνολικά το
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι
είναι οι νέοι κάτω των
30 ετών, καθώς το 52,7%
αντιμετωπίζει υπέρμετρες
στεγαστικές δαπάνες.
Αντίστοιχα προβλήματα
εμφανίζονται και στους
πολύ ηλικιωμένους (άνω
των 85 ετών), των οποίων
τα εισοδήματα παραμένουν
χαμηλά ενώ το κόστος
στέγασης αυξάνεται.

Πηγή: διαΝΕΟσις
|