|
Η συμφωνία έρχεται
έπειτα από σχεδόν μία
δεκαετία προσπαθειών για
την ενοποίηση των
ευρωπαϊκών αγορών
κεφαλαίου. Παρά τις
πρωτοβουλίες που
ξεκίνησαν το 2015, οι
διαφορετικοί κανόνες
εποπτείας, τα νομικά
συστήματα και οι εθνικές
χρηματοοικονομικές
υποδομές εξακολουθούν να
δημιουργούν σημαντικές
δυσκολίες στη
διασυνοριακή κίνηση των
κεφαλαίων.
Οι πιέσεις από τον
διεθνή ανταγωνισμό,
ωστόσο, έχουν εντείνει
την ανάγκη για αλλαγές.
Η Ευρώπη χρειάζεται
τεράστιες επενδύσεις για
να ενισχύσει την
ανταγωνιστικότητα, την
τεχνολογική της βάση και
την παραγωγική της
δυναμικότητα, την ώρα
που σημαντικό μέρος των
ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων
κατευθύνεται προς αγορές
εκτός της Ένωσης, κυρίως
προς τις ΗΠΑ.
Το παράδοξο των
ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων
Το πρόβλημα της Ευρώπης
δεν είναι τόσο η έλλειψη
διαθέσιμων χρημάτων όσο
η αδυναμία
αποτελεσματικής
διοχέτευσής τους σε
παραγωγικές επενδύσεις.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις που
περιλαμβάνονται στην
έκθεση του Μάριο Ντράγκι
για την
ανταγωνιστικότητα της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι
πρόσθετες επενδυτικές
ανάγκες της Ευρώπης
ανέρχονται σε περίπου
800 δισ. ευρώ ετησίως.
Παράλληλα, εκατοντάδες
δισεκατομμύρια ευρώ
ευρωπαϊκών κεφαλαίων
κατευθύνονται κάθε χρόνο
σε χρηματοοικονομικά
προϊόντα στις ΗΠΑ, αντί
να χρηματοδοτούν
επιχειρήσεις και
επενδύσεις εντός της
Ευρώπης.
Την ίδια στιγμή, οι
καταθέσεις των ιδιωτών
στις ευρωπαϊκές τράπεζες
ανέρχονται σε περίπου 10
τρισ. ευρώ. Ένα μεγάλο
μέρος αυτών των
αποταμιεύσεων παραμένει
εκτός των κεφαλαιαγορών
και δεν μετατρέπεται
άμεσα σε χρηματοδότηση
επιχειρηματικών σχεδίων,
καινοτομίας και
ανάπτυξης.
Η απόσταση από τις ΗΠΑ
αποτυπώνεται και στα
μεγέθη των
χρηματιστηριακών αγορών.
Σύμφωνα με στοιχεία που
επικαλούνται παράγοντες
του ελληνικού υπουργείου
Εθνικής Οικονομίας και
Οικονομικών, η συνολική
χρηματιστηριακή
κεφαλαιοποίηση στην ΕΕ
αντιστοιχεί περίπου στο
73% του ΑΕΠ, έναντι
περίπου 270% στις ΗΠΑ.
Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά
επενδυτικά κεφάλαια
είναι κατά μέσο όρο
σημαντικά μικρότερα από
τα αντίστοιχα
αμερικανικά.
Η Ελλάδα κινείται κοντά
στον ευρωπαϊκό μέσο όρο,
καθώς η κεφαλαιοποίηση
του Χρηματιστηρίου
Αθηνών αντιστοιχεί
περίπου στο 75% του
ελληνικού ΑΕΠ, σύμφωνα
με πρόσφατες δηλώσεις
του διευθύνοντος
συμβούλου του
Euronext
Athens,
Γιάννη Κοντόπουλου.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν
το διαρθρωτικό πρόβλημα
της ευρωπαϊκής
οικονομίας: παρά τον
μεγάλο όγκο
αποταμιεύσεων, οι αγορές
κεφαλαίου παραμένουν
κατακερματισμένες, με
αποτέλεσμα οι
επιχειρήσεις να
δυσκολεύονται να
εξασφαλίσουν
χρηματοδότηση αντίστοιχη
με εκείνη που είναι
διαθέσιμη σε μεγαλύτερες
αγορές, όπως η
αμερικανική.
Τι αλλάζει με το
MISP
Το πακέτο Market
Integration
and
Supervision
Package
αποτελεί βασικό
νομοθετικό εργαλείο της
πρωτοβουλίας για την
Ενωση Αποταμιεύσεων και
Επενδύσεων, την οποία
επανέφερε στο προσκήνιο
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το
2025.
Οι παρεμβάσεις καλύπτουν
διαφορετικά στάδια
λειτουργίας των
κεφαλαιαγορών, από τη
διαπραγμάτευση των
τίτλων και τον
διακανονισμό των
συναλλαγών έως τη
διαχείριση κεφαλαίων και
την εποπτεία. Κεντρικός
στόχος είναι η μείωση
των εθνικών εμποδίων, η
απλούστευση της
δραστηριότητας σε
περισσότερες χώρες και η
δημιουργία μιας
πραγματικά ενιαίας
ευρωπαϊκής αγοράς.
Μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
αφορά την ενίσχυση του
ρόλου της Ευρωπαϊκής
Αρχής Κινητών Αξιών και
Αγορών (ESMA).
Η ενίσχυση της εποπτικής
σύγκλισης αποσκοπεί στον
περιορισμό των διαφορών
που εξακολουθούν να
υπάρχουν μεταξύ των
εθνικών αγορών.
Στο πλαίσιο αυτό,
προβλέπεται η δυνατότητα
χορήγησης ενιαίας άδειας
σε χρηματιστήρια που
επιθυμούν να
δραστηριοποιούνται σε
περισσότερες ευρωπαϊκές
χώρες, αντί να
χρειάζεται να
εξασφαλίζουν ξεχωριστές
άδειες σε κάθε εθνική
δικαιοδοσία. Η
προσέγγιση αυτή
συνδέεται με τη
δημιουργία του θεσμού
του πανευρωπαϊκού
διαχειριστή αγοράς (Pan-European
Market
Operator).
Η αλλαγή θα μπορούσε να
μειώσει το διοικητικό
κόστος, να απλοποιήσει
την επέκταση των
χρηματιστηριακών
υποδομών και να
διευκολύνει τη
λειτουργία των αγορών σε
μεγαλύτερη κλίμακα.
Παράλληλα, το πακέτο
επιδιώκει να διευκολύνει
τη διασύνδεση των
ευρωπαϊκών συστημάτων
εκκαθάρισης και
διακανονισμού. Με τον
τρόπο αυτό, οι
συναλλαγές σε τίτλους
άλλων ευρωπαϊκών αγορών
θα μπορούν να
ολοκληρώνονται
ευκολότερα,
περιορίζοντας τις
τεχνικές και
λειτουργικές δυσκολίες
που σήμερα επιβαρύνουν
τις διασυνοριακές
επενδύσεις.
Γιατί η ενοποίηση μπορεί
να ωφελήσει περισσότερο
την Ελλάδα
Η διευκόλυνση της
κίνησης κεφαλαίων σε
πανευρωπαϊκό επίπεδο
μπορεί να αποδειχθεί
ιδιαίτερα σημαντική για
μικρότερες αγορές, όπως
η ελληνική.
Το σχετικά περιορισμένο
μέγεθος των ελληνικών
επιχειρήσεων δεν
θεωρείται κατ' ανάγκη
μειονέκτημα. Αντίθετα, η
μείωση των εμποδίων θα
μπορούσε να καταστήσει
ευκολότερη την πρόσβαση
των ελληνικών εταιρειών
σε επενδυτές και
χρηματοδοτικά κεφάλαια
από άλλες ευρωπαϊκές
χώρες.
Η δημιουργία κοινών
κανόνων και η μείωση του
κόστους των
διασυνοριακών συναλλαγών
μπορούν να διευρύνουν τη
βάση των δυνητικών
επενδυτών, προσφέροντας
στις ελληνικές
επιχειρήσεις
περισσότερες επιλογές
πέρα από την εγχώρια
αγορά.
Έτσι, μια ελληνική
επιχείρηση με
αναπτυξιακές προοπτικές
θα μπορούσε σταδιακά να
προσεγγίσει επενδυτές
από ολόκληρη την Ευρώπη
είτε μέσω του
Χρηματιστηρίου Αθηνών
είτε μέσω άλλων
ευρωπαϊκών
χρηματιστηριακών
υποδομών, με απλούστερες
διαδικασίες και
χαμηλότερο κόστος.
Το όφελος δεν θα είναι
άμεσο ούτε θα αφορά με
τον ίδιο τρόπο όλες τις
επιχειρήσεις. Σε πρώτη
φάση, μεγαλύτερες
δυνατότητες αξιοποίησης
των νέων κανόνων
αναμένεται να έχουν οι
μεσαίες και μεγάλες
εταιρείες, οι οποίες
διαθέτουν μεγαλύτερη
οργανωτική και
χρηματοοικονομική
δυνατότητα πρόσβασης
στις κεφαλαιαγορές και
σε μη τραπεζικές πηγές
χρηματοδότησης.
Για τις μικρότερες
επιχειρήσεις, η επίδραση
θα εξαρτηθεί από το κατά
πόσο η ενοποίηση θα
μεταφραστεί στην πράξη
σε περισσότερα διαθέσιμα
χρηματοδοτικά εργαλεία,
χαμηλότερα κόστη και
ευκολότερη πρόσβαση σε
επενδυτές.
Η Ενωση Αποταμιεύσεων
και Επενδύσεων ως
ευρωπαϊκή προτεραιότητα
Η πολιτική συμφωνία στο
ECOFIN
αποτελεί σημαντικό βήμα
για την προώθηση της
Ενωσης Αποταμιεύσεων και
Επενδύσεων, η οποία
αποτελεί μία από τις
βασικές προτεραιότητες
του υπουργού Εθνικής
Οικονομίας και
Οικονομικών Κυριάκου
Πιερρακάκη υπό την
ιδιότητά του ως προέδρου
του Eurogroup.
Ο ίδιος έχει
υπογραμμίσει ότι η
Ευρώπη διαθέτει τις
αναγκαίες αποταμιεύσεις,
αλλά δεν έχει ακόμη
δημιουργήσει ένα
χρηματοπιστωτικό σύστημα
ικανό να διοχετεύει
επαρκές μέρος τους στην
ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι εθνικοί
κατακερματισμοί οδηγούν
σε διαφορετικές συνθήκες
χρηματοδότησης ανά χώρα,
ενώ αρκετές ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις που έχουν
τη δυνατότητα να
αναπτυχθούν σε
μεγαλύτερη κλίμακα
δυσκολεύονται να
εξασφαλίσουν τα
απαιτούμενα κεφάλαια.
Η Ενωση Αποταμιεύσεων
και Επενδύσεων φιλοδοξεί
να περιορίσει αυτή την
απόσταση, ενισχύοντας τη
σύνδεση μεταξύ των
αποταμιευτών και των
επιχειρήσεων που
αναζητούν χρηματοδότηση.
Η ενοποίηση των
κεφαλαιαγορών αποτελεί
το ένα βασικό σκέλος της
πρωτοβουλίας, ενώ το
άλλο αφορά την τραπεζική
ένωση.
Το επόμενο βήμα με την
τραπεζική ένωση
Η επόμενη σημαντική
πρωτοβουλία αναμένεται
να αφορά την τραπεζική
ένωση, με την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή να
προγραμματίζει σχετική
νομοθετική πρόταση για
τον Φεβρουάριο, σύμφωνα
με τον σχεδιασμό που
περιγράφεται.
Η τραπεζική ένωση μπορεί
να αποδειχθεί ιδιαίτερα
σημαντική για την
Ελλάδα, καθώς οι
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
εξακολουθούν να
βασίζονται σε μεγάλο
βαθμό στον τραπεζικό
δανεισμό και έχουν πιο
περιορισμένη πρόσβαση σε
εναλλακτικές μορφές
χρηματοδότησης μέσω των
κεφαλαιαγορών.
Η ενοποίηση των αγορών
κεφαλαίου και η
περαιτέρω ολοκλήρωση του
τραπεζικού συστήματος
αποτελούν, συνεπώς, δύο
αλληλένδετες
παρεμβάσεις. Η πρώτη
επιδιώκει να διευρύνει
τις δυνατότητες άντλησης
κεφαλαίων από επενδυτές,
ενώ η δεύτερη αποσκοπεί
στη βελτίωση της
λειτουργίας και της
διασυνοριακής διάστασης
του τραπεζικού
συστήματος.
Ο στόχος είναι
φιλόδοξος: να τεθούν οι
βασικές αλλαγές σε
εφαρμογή έως το τέλος
του 2027. Εφόσον
προχωρήσουν οι
απαραίτητες νομοθετικές
και θεσμικές
διαδικασίες, η Ευρώπη θα
μπορούσε να αποκτήσει
σταδιακά ένα πιο ενιαίο
χρηματοπιστωτικό
περιβάλλον, ικανό να
συγκρατεί μεγαλύτερο
μέρος των αποταμιεύσεών
της και να το κατευθύνει
σε παραγωγικές
επενδύσεις.
Για την ελληνική
οικονομία, το κρίσιμο
ζητούμενο θα είναι η
μετατροπή αυτής της
θεσμικής αλλαγής σε
πραγματική πρόσβαση των
επιχειρήσεων σε νέα
κεφάλαια, με
ευνοϊκότερους όρους και
μεγαλύτερη συμμετοχή
επενδυτών από το
εξωτερικό.
|