|
Η ενίσχυση του
τραπεζικού τομέα δεν
αφορά μόνο την κάλυψη
του επενδυτικού κενού,
αλλά και τη διασφάλιση
της πρόσβασης
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων σε
χρηματοδότηση, η οποία
θεωρείται κρίσιμη για
την ευημερία, την
ασφάλεια και την
καινοτομία στην ΕΕ.
Από τις αποταμιεύσεις
στις επενδύσεις
Η μελέτη υπογραμμίζει
ότι το βασικό πρόβλημα
της Ευρώπης δεν είναι η
έλλειψη κεφαλαίων, αλλά
η αδυναμία διοχέτευσής
τους στην πραγματική
οικονομία. Τα ευρωπαϊκά
νοικοκυριά διαθέτουν
αποταμιεύσεις περίπου 37
τρισ. ευρώ, οι οποίες
παραμένουν σε μεγάλο
βαθμό αδρανείς αντί να
κατευθύνονται σε
παραγωγικές επενδύσεις.
Για τον λόγο αυτόν,
προτείνεται η επιτάχυνση
της Ένωσης Αποταμιεύσεων
και Επενδύσεων (Savings
and
Investment
Union),
ώστε να δημιουργηθεί
ένας ενιαίος
χρηματοπιστωτικός χώρος
που θα συνδέει τράπεζες,
επενδυτές, ασφαλιστικές
εταιρείες και
κεφαλαιαγορές,
διευκολύνοντας τη ροή
κεφαλαίων προς την
οικονομία.
Η ανάγκη τραπεζικής
ενοποίησης
Κεντρικό ζήτημα αποτελεί
επίσης ο κατακερματισμός
του ευρωπαϊκού
τραπεζικού συστήματος.
Παρά την ενιαία αγορά,
οι τράπεζες εξακολουθούν
να λειτουργούν κυρίως σε
εθνικό επίπεδο, με
περιορισμένες
διασυνοριακές
συγχωνεύσεις.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί
σε «εγκλωβισμό»
σημαντικών κεφαλαίων και
ρευστότητας, τα οποία
δεν μπορούν να
αξιοποιηθούν
αποτελεσματικά.
Εκτιμάται ότι περίπου
225 δισ. ευρώ σε
κεφάλαια και 250 δισ.
ευρώ σε ρευστότητα
παραμένουν δεσμευμένα
λόγω ρυθμιστικών
εμποδίων.
Η ολοκλήρωση της
Τραπεζικής Ένωσης θα
επέτρεπε στις ευρωπαϊκές
τράπεζες να λειτουργούν
σε μεγαλύτερη κλίμακα,
αξιοποιώντας οικονομίες
μεγέθους και ενισχύοντας
τη χρηματοδοτική τους
ικανότητα.
Τιτλοποιήσεις και
διεθνής σύγκριση
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
και στην ενίσχυση της
αγοράς τιτλοποιήσεων, η
οποία στις ΗΠΑ είναι
σημαντικά πιο
ανεπτυγμένη. Η διεύρυνση
αυτών των εργαλείων στην
Ευρώπη θα μπορούσε να
απελευθερώσει τραπεζικά
κεφάλαια και να αυξήσει
τη δυνατότητα
χρηματοδότησης μεγάλων
έργων υποδομών.
Απλοποίηση του
κανονιστικού πλαισίου
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα
είναι η πολυπλοκότητα
του ευρωπαϊκού
ρυθμιστικού πλαισίου, το
οποίο συνδυάζει κανόνες
της ΕΕ με εθνικές
εποπτικές απαιτήσεις.
Αυτό δημιουργεί
καθυστερήσεις και
αυξημένο κόστος
συμμόρφωσης.
Η μελέτη προτείνει
απλοποίηση και ενοποίηση
των κανόνων, ώστε να
μειωθούν οι επικαλύψεις
και να ενισχυθεί η
προβλεψιμότητα για τις
τράπεζες. Παράλληλα,
τίθεται ζήτημα
αναθεώρησης επιμέρους
ρυθμίσεων που
λειτουργούν αποτρεπτικά
για επενδύσεις, όπως η
λογιστική μεταχείριση
λογισμικού και ψηφιακών
περιουσιακών στοιχείων,
η οποία διαφέρει από τις
ΗΠΑ.
Τέλος, προτείνεται
επανεξέταση των
σωρευτικών κεφαλαιακών
απαιτήσεων που έχουν
διαμορφωθεί διαχρονικά,
καθώς ενδέχεται να
περιορίζουν
αδικαιολόγητα τη
δυνατότητα των τραπεζών
να χρηματοδοτούν την
πραγματική οικονομία.
|