|
Η βασική θετική επίδραση
προέρχεται από την
ενίσχυση των καθαρών
εσόδων από τόκους,
κυρίως μέσω των δανείων
κυμαινόμενου επιτοκίου
συνδεδεμένων με το
euribor.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις των
διοικήσεων, κάθε αύξηση
25 μονάδων βάσης μπορεί
να προσθέσει περίπου 130
εκατ. ευρώ ετησίως στο
καθαρό επιτοκιακό
αποτέλεσμα των τεσσάρων
συστημικών τραπεζών.
Αναλυτικά, η ευαισθησία
εκτιμάται περίπου σε 40
εκατ. ευρώ για την
Τράπεζα Πειραιώς, 35
εκατ. ευρώ για την
Eurobank,
40 εκατ. ευρώ για την
Εθνική Τράπεζα της
Ελλάδος και 15 εκατ.
ευρώ για την
Alpha
Bank.
Σε περίπτωση συνολικής
ανόδου 50 μονάδων βάσης,
το όφελος μπορεί να
διπλασιαστεί, φτάνοντας
τα 260 εκατ. ευρώ σε
ετήσια βάση.
Νέες ισορροπίες και
επιφυλάξεις
Παρά το θετικό
βραχυπρόθεσμο αποτύπωμα,
οι αναλυτές επισημαίνουν
ότι η αντιστροφή του
κύκλου επιτοκίων δεν
είναι μονοσήμαντα
ευνοϊκή για τον
τραπεζικό κλάδο.
Η πιθανή επιβράδυνση της
πιστωτικής επέκτασης,
λόγω υψηλότερου κόστους
δανεισμού και μειωμένης
επενδυτικής διάθεσης,
αποτελεί βασικό ρίσκο
για τα μελλοντικά έσοδα.
Παράλληλα, τίθεται και
το ζήτημα της
τιμολογιακής πολιτικής:
οι τράπεζες καλούνται να
επιλέξουν μεταξύ
διατήρησης
ανταγωνιστικών
spreads
ή μετακύλισης του
κόστους στους πελάτες,
με πιθανό κόστος στη
ζήτηση.
Ιδιαίτερη πίεση
αναμένεται στη
στεγαστική πίστη, όπου ο
ανταγωνισμός έχει
ενταθεί σημαντικά,
οδηγώντας σε συμπίεση
επιτοκίων και πιο
επιθετική τιμολόγηση
προϊόντων.
Το σκέλος των καταθέσεων
και το NIM
Το καθαρό επιτοκιακό
περιθώριο (NIM)
δεν επηρεάζεται μόνο από
τα δάνεια αλλά και από
την πλευρά των
καταθέσεων. Ενδεχόμενη
αύξηση των αποδόσεων
στις προθεσμιακές
καταθέσεις θα μπορούσε
να περιορίσει την
κερδοφορία, ενώ ήδη
καταγράφεται
κινητικότητα από
μικρότερους παρόχους που
προσπαθούν να κερδίσουν
μερίδια αγοράς.
Το ερώτημα που τίθεται
είναι αν οι συστημικές
τράπεζες θα ακολουθήσουν
με αντίστοιχες αυξήσεις,
προκειμένου να
διατηρήσουν τη
σταθερότητα των
καταθέσεων, ή αν θα
επιχειρήσουν να
προστατεύσουν το
περιθώριο κέρδους τους.
Νέες πηγές εσόδων και
προμήθειες
Σε ένα περιβάλλον πιο
περιορισμένων
επιτοκιακών περιθωρίων,
οι τράπεζες αναμένεται
να ενισχύσουν τις μη
επιτοκιακές πηγές
εσόδων. Η ανάπτυξη
προϊόντων όπως αμοιβαία
κεφάλαια, ομολογιακά και
υπηρεσίες wealth
management
αποκτά αυξανόμενη
σημασία, καθώς προσφέρει
πιο σταθερές ροές και
μειώνει την εξάρτηση από
το επιτοκιακό
περιβάλλον.
Παράλληλα, η διεύρυνση
των εργασιών αυτών
μπορεί να ενισχύσει και
τα έσοδα από προμήθειες,
αντισταθμίζοντας μέρος
της πιθανής πίεσης στα
καθαρά επιτοκιακά έσοδα.
Συμπέρασμα
Η αγορά προεξοφλεί έναν
νέο κύκλο νομισματικής
σύσφιξης στην Ευρώπη, με
σημαντικές επιπτώσεις
για τον τραπεζικό κλάδο.
Οι ελληνικές τράπεζες
εμφανίζονται μεν
βραχυπρόθεσμα
ωφελημένες, ωστόσο η
μεσοπρόθεσμη εικόνα θα
εξαρτηθεί από την
ισορροπία ανάμεσα στην
κερδοφορία, την
πιστωτική ζήτηση και τον
ανταγωνισμό στο κόστος
χρήματος.
|